Κυριακάτικες περιπέτειες

Μπορεί η μεγαλύτερη ήττα που γνωρίσαμε συνολικά το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε να ήταν το Σάββατο στο Καραϊσκάκη, αλλά μερικοί από εμάς φάγαμε και ολίγες απανωτές ήττες την Κυριακή όταν είχαμε τη φαεινή ιδέα να πάμε μία βόλτα συνδυασμένη με φαγωποσία στην αγαπημένη μας πόλη.

Η μέρα πάλι άρχισε με τον καλύτερο τρόπο. Οι υποχρεώσεις λίγες και όλα όσα τις έκαναν να είναι μη μηδενικές μπορούσαν να περιμένουν για μία μέρα. Καφεδάκι στο σπίτι και μπούρου-μπούρου στην πλατεία Κουμουνδούρου για να περάσει η ώρα — η οποία πραγματικά πέρασε — και με μαθηματική ακρίβεια, γύρω στις 15:30 και με το μπισκότο που συνόδευσε τον καφέ να σιγοντάρει, οδήγησε στην ερώτηση: «τι κάνουμε τώρα;»

Κοιτάζεις έξω από το παράθυρο: λίγη ομίχλη, αλλά ο ήλιος αντιστέκεται σθεναρά. Σε συνδυασμό με την αλλαγή της ώρας, και το βράδυασμα πια κατά τις 7:30, η απάντηση είναι ότι προφανώς πρέπει να βγείτε. Χωρίς προορισμό, χωρίς σχέδιο. Όπως πρέπει.

Ποδαράτο στην ανηφόρα προς την Princes για να φύγουν λίγο οι τύψεις από το λιώσιμο των τελευταίων ημερών. Σε κάθε βήμα, ο καιρός καλυτερεύει και στην κορυφή της Broughton, η ατμόσφαιρα είναι πια τόσο ζεστή που νομίζεις ότι έχει πραγματικά έρθει Άνοιξη κι εδώ.

Πάτε βόλτα στο μίλι και συνεχίζετε στην Cowgate για να ανακαλύψετε ξανά μια κρυμμένη αυλή, και μόλις φτάσετε στο τέλος, πριν το παλάτι, κάνετε τη βόλτα γύρω από τη βουλή κι αρχίζετε να ανεβαίνετε την Canongate. «Μήπως να πάμε να φάμε τίποτα;» Και τότε αρχίζουν τα βάσανα.

Αποφασίζετε να πάτε προς Grassmarket γιατί υπάρχει εκεί ένα μαγαζί με αυλή, που μπορείτε να τσιμπήσετε και να κάνετε και το τσιγάρο σας με την ησυχία σας, χωρίς να νιώθετε απόκληροι κάθε φορά που πρέπει να βγείτε έξω για να κάνετε μια τζούρα. Φτάνοντας στη Grassmarket, ανακαλύπτετε ότι το μαγαζί έχει κλείσει. Δεν πτοείστε όμως, αποφασίζετε ότι μετά το να γυρίσετε το μισό Εδιμβούργο περπατώντας πρέπει να ανταμοίψετε τους εαυτούς σας με μία μπύρα κι ένα τσιγαράκι στο Last Drop.

«Τι να φέρω;» ρωτάς, «Μία Peroni, αλλιώς μια Bud.» Μπαίνεις μέσα, πας στη μπάρα, ρωτάς αν έχει Peroni, τρως την άρνηση, ζητάς τη Bud, και σου λέει ο τατουαρισμένος μπάρμαν ότι μόλις τις έφεραν και είναι ζεστές. Καταπίνεις την περηφάνεια σου και παίρνεις δύο Corona. Φιλοσοφική συζήτηση με θέα τη Grassmarket και μετά η όρεξη έχει ανοίξει επικύνδινα. «Μήπως να πάμε Bobby’s που είναι και κοντά;»

Ανεβαίνετε την Candlemaker Row και απέναντι από το σκυλάκι τρώτε ένα γκολ ακόμα: το σκυλάκι κάνει ρεκτιφιέ. Με τα μούτρα κρέας σαν αυτό που πολύ θα ήθελες να τρως, στρίβετε στη George IV μέχρι να δείτε τι θα γίνει. «Μήπως να πάμε προς Potterow; Centraal;» ρωτάς, «Χμμ.. δεν έχω φάει ποτέ εκεί νομίζω.» Έκλεισε λοιπόν, στροφή 180o, μία ακόμη ματιά στον πανέμορφο Appleton όπως κατεβαίνετε την Bristo, και στρίβοντας στην Potterow κοιτάζεστε και σχεδόν με ένα στόμα λέτε: «μήπως να πάμε στο Hector’s;» Τόσο κοντά στο φαγητό, κι όμως τόσο μακρυά με μία λάθος σκέψη.

Συνεχίζετε στρίβοντας για Nicolson και μετά από λίγα λεπτά είστε σε ένα ταξί: «Rayburn place, via Frederick please.» Το ταξί με απέριττες τιμονιές στο Mound και τρελά γκάζια στη Frederick πάνω στο πλακόστρωτο για να ανοίξει κι άλλο η όρεξη, φρενάρει στα φανάρια μετά τη Leslie Place. Το Hector’s σας περιμένει απέναντι. Οι πόρτες ανοίγουν και η ζεστασιά σας θυμίζει ξανά πόσο ωραίο είναι το μέρος. Προχωράτε προς το βάθος, κι ένα τραπέζι σας περιμένει. Κάθεστε. Όλα είναι καλά. Πολύ καλά. Τόσο καλά που κοιτάζεις γύρω σου για να απολαύσεις τη στιγμή…

…και καταλαβαίνεις ότι σε κανένα από τα τραπέζια δεν τρώνε, ενώ δε βλέπεις ούτε ένα μενού διαθέσιμο. «Μήπως να ρωτήσουμε;» έρχεται η φράση που δε θες να κάνεις πράξη γιατί ξέρεις τι θα επακολουθήσει. Πας στο μπαρ, ρωτάς, και η επιβεβαίωση ότι το Hector’s τις Κυριακές έχει μόνο brunch σε κάνει να υποστείλεις για μία ακόμη φορά τη σημαία και με ύφος λυπημένου κουταβιού να πεις «πάμε.»

Η επόμενη στάση είναι το Pizza Express ακριβώς δίπλα, αλλά το μέρος, όσο καλό κι αν φαίνεται απ’έξω, τόσο super market φαίνεται από μέσα. Ρίχνεις την ιδέα να πάτε εκεί κοντά, στο Hamilton’s. Έμενες στην περιοχή ένα χρόνο, αλλά δεν έχεις πάει ποτέ. Για τα πάντα όμως υπάρχει η πρώτη φορά, οπότε στρίβετε στη γωνία και περνάτε απέναντι. Κοιτάτε το μενού έξω από το μαγαζί και όλα φαίνονται ελεγχόμενα. Ανοίγετε την πόρτα και μπαίνετε.

Κάθεστε με ένα βλέμμα θριάμβου γιατί νομίζετε ότι τα βάσανα τελείωσαν. Η ατμόσφαιρα μέσα στο μαγαζί είναι το λιγότερο θετική και συμβαδίζει με την ώρα και την παρέα. Χαμηλή μουσική, ενώ δεν υπάρχει κανένας μεθυσμένος Σκωτσέζαρος να κάνει φασαρία. Από το παράθυρο ο ήλιος έχει αρχίσει να πέφτει βάφοντας κόκκινο τον ορίζοντα. Μοναδική παραφωνία ο τύπος που κάθεται στο τραπέζι δίπλα στο τζάμι με το laptop (έλεος!) κι έχει παραγγείλει μία μερίδα από nachos. Του τα έχουν φέρει όχι σε πιάτο αλλά σε γαβάθα και είναι τόσο καλά (ή η πείνα του τόσο μεγάλη) που δε μπορεί να αποφασίσει αν θα πληκτρολογήσει ή θα φάει οπότε κάνει και τα δύο ταυτόχρονα. Πριν να βρεις χρόνο να εντυπωσιαστείς από το πόσο γρήγορα κατεβαίνει η στάθμη τόσο των nachos όσο και των σαλτσών που τα συνοδεύουν, το laptop έχει πάρει μία γυαλάδα σαν ξανθιά στην παραλία που μόλις ανακάλυψε το αντηλιακό. Ευτυχώς όμως η γαβάθα έχει πάτο και δεν τρώγεται. Οπότε τα μαζεύει, φεύγει, και η αισθητική σου έχει ελπίδες να σωθεί…

…μέχρι που αρχίζει η μάχη με τον Ισπανό σερβιτόρο. Αφού σας λέει ότι μπορείτε να καθήσετε όπου θέλετε (το οποίο είναι ελαφρώς άκυρο, μιας και ήδη έχετε κάτσει), και πάνω που είσαι έτοιμος να ηρεμήσεις, καταλαβαίνεις ότι υπάρχει η ελπίδα, αλλά υπάρχει κι η λεπίδα. Και η τελευταία αρχίζει να κάνει την εμφάνισή της. Μετά από δέκα λεπτά, και ενώ το μόνο που μπορείτε να κοιτάτε είναι το άδειο τραπέζι και τα σερβίτσια, αποφασίζετε ότι θα ήταν μία καλή στιγμή να του υπενθυμίσετε να σας φέρει κι εκείνα τα ευλογημένα τα μενού. Εντάξει, ωραίο το ξύλο του τραπεζιού. Η αλήθεια όμως είναι ότι τα διαβάσατε τα μενού στην είσοδο, αλλά δεν τα αποστηθίσατε. Ή αν αυτή ήταν η ιδέα δε σας το είπε κανείς.

Όταν περνάει πάλι από δίπλα σας, με ευγενικότατο ύφος, ζητάς δύο μενού. Με αρχοντικό ύφος αυτός, τα παίρνει από τα χέρια του ζευγαριού που κάθεται στο διπλανό τραπέζι και μόλις παρήγγειλαν και πριν καν σας τα δώσει ρωτάει τι θα θέλατε. «Λίγα λεπτά ακόμη,» λες με συγκαταβατικό χαμόγελο. «Κάτι να πιείτε;» Παραγγέλνεις δύο ποτήρια λευκό κρασί. Τα μάτια κοιτάζουν τα μενού και επικεντρώνουν σε γεμιστό κοτόπουλο με γκοργκοντζόλα και ένα burger με αρνίσιο κιμά.

Μετά από δύο λεπτά έρχεται ο σερβιτόρος με τα δύο ποτήρια και ρωτάει αν αποφασίσατε. «Ναι,» απαντάς. «Θα θέλαμε το burger με αρνί…» για να πάρεις την επόμενη ήττα: «Μας τελείωσε.» Πώς μπορεί να τελειώσει το burger από αρνί;!; Τι δεν υπάρχει δηλαδή, αρνί, μηχανή του κιμά, πατάτες; Τι; Τι; Τι; Κοκκινίζεις λίγο από την πίεση, αλλά φοράς πάλι το συγκαταβατικό σου χαμόγελο και λες ότι τότε θα θέλατε λίγα λεπτά ακόμα για να αποφασίσετε. Πράγματι, σε ένα πεντάλεπτο, κι αφού έχουν πέσει οι σχετικές διαβουλεύσεις, αποφασίζετε ότι πρέπει να τιμήσετε την πόλη: «Haggis neeps and tatties.» Με το γεμιστό κοτόπουλο θα είναι θεσπέσιο…

…νομίζεις! Γιατί όταν μετά από ένα εικοσάλεπτο έρχεται το κοτόπουλο, συνοδεύεται από μία πανέμορφη μακαρονάδα με σπανάκι. Προφανώς μιας και είναι το ελαφρύ πιάτο, το αφήνει στην παρέα σου, η οποία το κοιτάζει με μία απορία. Μοιράζεσαι κι εσύ αυτή την απορία καθώς κοιτάς το πιάτο. Σε κοιτάζει ο σερβιτόρος, και σας εύχεται καλή όρεξη. «Συγγνώμη,» τον διακόπτεις. «Δεν το παραγγείλαμε,» λες δείχνοντας πάλι το χαμόγελο της Colgate. «Δεν το παραγγείλατε; Σοβαρά;» «Όχι,» σκέφτεσαι, «πλάκα κάνουμε γιατί μας βάρεσε λίγο το κρασί.» Παρ’όλα αυτά, λες τι παρήγγειλες και δίνεις τόπο στην οργή. Το γυρίζεις πίσω και λες ότι θα περιμένετε για να έρθει το σωστό πιάτο. Σκέφτεσαι ότι κάτι καλό μπορεί να βγει τελικά μιας και μέχρι να έρθει το Haggis θα μοιράζεστε το πιάτο με το γεμιστό κοτόπουλο με την παρέα σου…

…αλλά όχι! Ο σερβιτόρος επανέρχεται δριμύτερος αμέσως με το πιάτο που πιστεύει ότι παρήγγειλες: spring rolls με σαλάτα. «Καλή όρεξη,» σου λέει. Το χαμόγελο κρύβει τα δόντια που έχουν αρχίσει να τρίζουν. «Αυτό είναι Haggis;» ρωτάς. «Ναι,» απαντάει. «Είσαι σίγουρος;» ξαναρωτάς. «Χμ. Να ρωτήσω;» απαντάει. «Καλή ιδέα,» του λες, όσο η παρέα σου τεχνηέντως προσπαθεί να κρύψει τα μαχαίρια. «Τσαντίστηκες λίγο, ε;» σε ρωτάει. «Κομματάκι. Πάμε να φύγουμε;» Η άρνηση έρχεται μέσα από χαμόγελο, οπότε ηρεμείς.

Ο σερβιτόρος επιστρέφει με δύο ποτήρια κρασί, κερασμένα. Κερασμένο και το Haggis μεταμφιεσμένο σε spring rolls. Απολογίες, το παιδί είναι καινούργιο στη δουλειά. «Δεν πειράζει,» του λες, «καταλαβαίνουμε,» όσο σκέφτεσαι «εντάξει, κονομήσαμε δύο ακόμα ποτηράκια κρασί.» Σε λίγα λεπτά το Haggis έρχεται και το γεύμα συνεχίζεται ομαλά όσο η νύχτα πέφτει στο Stockbridge. Κάποια στιγμή τελειώνουν όλα και πριν καν σε ρωτήσει ο αξεπέραστος σερβιτόρος αν θέλετε να δείτε τα γλυκά, έχεις ήδη βγάλει την κάρτα να πληρώσεις. Δε θέλεις να σου έρθει κανένα sticky toffee pudding μεταμφιεσμένο αυτή τη φορά σε πάπια με σάλτσα πορτοκάλι.

Παρ’όλα αυτά αφήνεις κι έξι λίρες φιλοδώρημα γιατί κάποια χρόνια πριν είχες κάνει κι εσύ αυτή τη δουλειά…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: