Ο χορός του ξένου

Οι διαδρομές στο Εδιμβούργο είναι συγκεριμένες. Δηλαδή, σπάνια θα αποκλίνεις από την κλασσική σου «βόλτα» πηγαίνοντας στον προορισμό σου, όποιος κι αν είναι αυτός. Σα σε αυτόματο πιλότο, κάθε βήμα σου σχεδόν καθορισμένο από πριν. Το μόνο που ίσως αλλάζει είναι οι εικόνες — όχι τόσο πολύ στο περιβάλλον όσο στα πρόσωπα. Ακόμα και το τελευταίο όμως μερικές φορές είναι προβλέψιμο.

Βγαίνω πάνω-κάτω την ίδια ώρα κάθε μέρα, γύρω στις νωρίς παρά-τέταρτο. Σιχτίριασμα στη σκάλα που πάντα γλυστράω βγαίνοντας από το σπίτι, στροφή στη London, αριστερά στη Leith Walk και ανέβασμα τη North Bridge μέχρι η γέφυρα να γίνει από βόρια νότια, και δεξιά κάπου κοντά στο Old College για να μπει η κάρτα στη σχισμή και μία μέρα ακόμα να αρχίσει. Να πιω τον καφέ μου με την ησυχία μου, πριν σκάσει ο πολύς ο κόσμος και πριν αρχίσει να νιώθει σα δουλεία κι όχι δουλειά.

Στην πρωϊνή διαδρομή, πέρα από τις προβλεπόμενες στροφές, έχεις και προβλεπόμενα πρόσωπα. Το ζευγάρι που βγαίνει χεράκι-χεράκι στη Hillside. Το μεταφορέα που πηγαίνει τα βαρέλια μπύρας στο Theatre Royal για να καταναλωθούν κυριολεκτικά εν μία νυκτί. Τον άστεγο που πουλάει το Big Issue έξω από το John Lewis λέγοντας μου κάθε μέρα καλημέρα και ζητώντας μου ένα δανεικό τσιγάρο αν έχω αποφασίσει να κάνω ένα στο δρόμο. Την πενηντάρα με το κολάν διαφορετικού χρώματος ανάλογα με τη μέρα που πηγαίνει το παιδί της στο σχολείο — προτιμώ να πιστεύω ότι το έκανε μεγάλη παρά ότι είναι γιαγιά ενός 10χρονου. Τον κουστουμάτο που ακόμα και ήλιο να έχει κουβαλάει μία ομπρέλλα μεγαλύτερη από το μπόι του για παν ενδεχόμενο. Τον κοκκινοτρίχη μαλλιά που πάντα ανεβαίνει τρέχοντας το Μίλι πριν στρίψει στη γέφυρα. Την ξανθιά με το σκουλαρίκι στο φρύδι και το δεκάποντο τακούνι που το βήμα της ακούγεται από μακρυά όσο θόρυβο κι αν κάνει στο δρόμο. Τον Πακιστανό που έχει πάρει εργολαβία το καθάρισμα όλων των βιτρινών στη Nicolson και συνήθως πετυχαίνω στο κορνιζάδικο στη γωνία με τη South College. Κανείς δε σου κάνει εντύπωση, όσες φορές κι αν τους δεις. Απλά επιβεβαιώνουν τη μέρα και την αρχή της.

Τους τελευταίους μήνες, όμως, κάθε μέρα βλέπω έναν τύπο στο Aroma, στη γωνία της Nicolson με την Chambers να κάθεται και να κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Ψαρά μαλλιά, μουστάκι, και το κεφάλι να στηρίζεται στο χέρι. Συνήθως ένας καφές σε πλαστικό κύπελλο αχνίζει μπροστά του. Χαρακωμένο πρόσωπο από ρυτίδες, αλλά δε φαίνεται μεγάλος. Τζην παντελόνι, κι ένα χακί στρατιωτικό παλτό. Πάντα μόνος να ρεμβάζει από το τζάμι και τα μάτια πάντα κόκκινα. Στην ίδια θέση, στην ίδια στάση, με τα ίδια ρούχα.

Περνάω και κοιτάζω για ένα δέκατο του δευτερολέπτου να βεβαιωθώ ότι είναι εκεί. Σα μια επιπλέον εξασφάλιση ότι η μέρα δε θα έχει εκπλήξεις και τα πράγματα θα είναι ελεγχόμενα.

Ίσως να έχει φοβερές ιστορίες να πει. Ίσως και να είναι βαρετός και ο λόγος για τη μοναξιά να είναι ακριβώς αυτός. Ίσως να μη χωνεύει τη γυναίκα του. Ίσως να μην έχει γυναίκα. Ίσως ούτε και σπίτι. Ίσως ο καφές να είναι κάθε μέρα κερασμένος.

Τον πετυχαίνω και αν πάω λίγο πιο μακρυά για βόλτα το μεσημέρι όταν κάνω το διάλειμμά μου. Στην ίδια περιοχή, αλλά όχι στο ίδιο μέρος. Συνήθως να περπατάει στο δρόμο πηγαίνοντας σε κάποιο από τα ντελικατέσεν εκεί κοντά να πάρει ένα σάντουϊτς ή μία κούπα σούπα. Σταματάει και κοιτάζει τις βιτρίνες — όσο βαρετές κι αν είναι — μέχρι να μπει σε κάποιο μικρό μαγαζί και να κάτσει στην ουρά.

Ίσως να είναι ναυτικός, να ξέμεινε στο λιμάνι για κάποιο λόγο και να περιμένει να μπαρκάρει σκοτώνοντας τις μέρες του. Ίσως αν βγω σε κάποια άσχετη ώρα να τον δω ανεβασμένο σε μία σκαλωσιά να καθαρίζει πέτρες φορώντας λευκό κράνος. Ίσως να είναι ένας εκκεντρικός εκατομμυριούχος. Ίσως όλα τα μαγαζιά που συχνάζει να είναι δικά του. Ίσως να είναι ο ιδιοκτήτης του club που κάηκε πριν από τεσσεράμισι χρόνια. Ίσως να έβαλε τη φωτιά και να ζει από την ασφάλεια.

Η τελευταία μας συνάντηση είναι όταν φύγω από τη δουλειά αργότερα, το βράδυ. Τον βρίσκω συνήθως στο Biblos να κάθεται στη μπάρα με ένα ποτήρι ουίσκι και το ίδιο βλέμμα. Κοιτάζοντας πάλι έξω από τη τζαμαρία τον κόσμο να περνάει. Με το χέρι του πάλι να στηρίζει το κεφάλι, αγνοώντας τον κόσμο γύρω του που γελάει πίνοντας μπύρες μετά τη δουλειά ή το μάθημα. Ή στο Royal Oak ανοίγοντας ένα πακέτο Lucky Strike, γυρνώντας το πρώτο τσιγάρο που θα πέσει, όπως επιτάσσει και η μάρκα, για να το ξαναβάλει στο κουτί και να ανάψει το δεύτερο.

Ίσως σε κάποια άλλη εποχή να ξιφομαχούσε με το Δούκα πηγαίνοντας να απαγάγει τη Βασίλισσα. Ίσως φεύγοντας από το Biblos ή το Royal Oak να πηγαίνει να τυλίγεται σε μία κουβέρτα κάπου στο Μίλι και να ζητάει τα περισσευούμενα ψιλά σου όταν περνάς από μπροστά του για να έχει για τον καφέ του επόμενου πρωϊνού.

Ίσως να είναι περαστικός όπως όλοι μας. Και κάποια μέρα να κάνει την έκπληξη και να μην τον δω ξανά. Όπως όλους.

Advertisements

2 απαντήσεις στο Ο χορός του ξένου

  1. Ο/Η paperflowers λέει:

    Δεν είναι τρομερό το πόση ασφάλεια σου προσφέρει κάτι τόσο … πώς να το πω? Τυχαίο ίσως..
    Φαντάζεσαι τη ζωή τους, παρατηρείς τις αλλαγές τους, ησυχάζεις με την προβλεψιμότητά τους και στο τέλος τους νιώθεις κάτι σαν δικούς σου ανθρώπους.

  2. Ο/Η daskalos λέει:

    Από την άλλη βέβαια αν σπάσει αυτή η προβλεψιμότητα μπορεί και να ανησυχήσεις. Τουλάχιστον όμως θα έχεις βρει άλλη μια ιστορία να λες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: