Εισαγωγές χωρίς συνέχεια

2 Οκτωβρίου, 2007

Τον έσπασαν στο ξύλο όπως τον τραβούσαν έξω από την εκκλησία, αμέσως αφότου τον είδαν να τρέχει στο ιερό και να αλλάζει το κρασί και τον άρτο της κοινωνίας με ένα μπουκάλι ουίσκι και φυστίκια. Αλλά δεν ένιωσε σχεδόν τίποτα γιατί είχε φροντίσει να φορέσει ό,τι φοριέται μέσα από το μαύρο μακρύ παλτό του, κι η αδρεναλίνη του θα άφηνε ακόμα και σφαίρα παραπονεμένη όταν θα αποτύγχανε να του θυμίσει ότι του έχει σκίσει τα σωθικά. Το φθινόπωρο είχε έρθει και ένα κρύο ψιλόβροχο έπεφτε στο προαύλιο, δροσίζοντας το αίμα από την πληγή που άνοιξε όταν μια γιαγιάκα του έχωνε μια τελευταία μαγγουριά λίγο πριν τον φτύσει ο αριστερός ψάλτης.

Ήταν ζωντανός κι ένιωθε αλώβητος κι ανίκητος όταν ο δεύτερός του άνεμος φύσηξε και του’δωσε την ορμή να αρχίσει να τρέχει και να χαθεί στα δέντρα του απέναντι πάρκου όσο οι σειρήνες πλησίαζαν.

Η πρώτη του επιτυχία είχε καταγραφεί. Ο πόλεμός του ενάντια σε κάθε δυνάστη είχε ξεκινήσει. Κι είχε άρχισει εμφατικά από τον μεγαλύτερο απόντα: το Θεό.

[Μερικές φορές απλά εμφανίζονται ολόκληρες παράγραφοι μπροστά μου, χωρίς να το έχω προσπαθήσει ή να το περιμένω. Συμβαίνει όλο και συχνότερα. Κατηγορώ την έλλειψη ύπνου. Βλακείες είναι συνήθως, αποφάσισα όμως να προσπαθήσω να τις θυμάμαι. Οπότε, ναι… αυτά. Sorry!]