Top 5 taxi stories

Χτες το βράδυ είχε αρκετό κρύο και μιας και ήταν κι αργά όταν βρέθηκα στο δρόμο, αποφάσισα να πάρω ένα ταξί για το σπίτι. Αρκετές από τις καλύτερες ιστορίες που μπορώ να πω έχουν να κάνουν με ταξιτζήδες — και κυρίως νυχτερινούς. Οπότε, κάτι μιας και το είχε ζητήσει από καιρό ο Τσολιάς, κάτι μιας κι έχουμε μόνο τρία Top-5 μέχρι στιγμής, ορίστε και οι Top-5 ιστορίες μου από τις συναντήσεις μου με διάφορους Omar Tarif ανά τον κόσμο.

1. Και να προσέχετε στους δρόμους

Αθήνα, βράδυ, περασμένες τρεις. Κάπου στα Εξάθλεια έχει γίνει μια μικρή καταστροφή αλκοολικής φύσεως αλλά έχω επιβιώσει. Αποφασίζω ότι αντί να πάρω ταξί από την πλατεία, πρέπει να πάρω από το Σύνταγμα γιατί ο καιρός είναι ιδανικός για περπάτημα και γιατί έχω καλή μουσική στο εμ-πι-θρι-όφωνο που πρέπει να συνεχίσει την καλή μουσική που άκουγα μέχρι τότε. Στις στάσεις, μπροστά από τις τράπεζες, είμαι τέταρτος, τρίτος, δεύτερος, πρώτος στη σειρά. Ανοίγω την πόρτα, μπαίνω, βγάζω τα ακουστικά και λέω καλησπέρα. «Γκαληθμπέρα,» έρχεται η απάντηση, σε τόνο Γκιωνάκη στα κίτρινα γάντια. «Μπου μπάμε μπαληγκάρι;» «Εδώ είμαστε,» σκέφτομαι.

Λέω τον προορισμό και σε ένα παράλληλο σύμπαν παραγγέλνω ποπ-κορν για το σόου που θα ακολουθήσει. Ο τύπος μιλάει έτσι γιατί του λείπουν όλα τα μπροστινά πάνω και κάτω δόντια. Χωρίστρα πριονάτη σε λιγδιασμένο μαλλί, και τσιγάρο στο αυτί για το επόμενο φανάρι. Ακούει κλασικά «Ντέρτι» και τραγουδάει κάθε σκυλάδικη επιτυχία με την ξεχωριστή φωνή του.

Μόλις στρίβουμε για Βασιλίσσης Σοφίας τον προσπερνάει πάνω στη στροφή μία καθ’όλα σωστή οδηγικά κοπελιά, η οποία όμως ήταν στο λάθος μέρος στη λάθος στιγμή. Ο οδηγός βγάζει το κεφάλι από το παράθυρο α λα Ace Ventura κι αρχίζει (pardon my French, δεν υπάρχει άλλος τρόπος): «E μπωρή μπαλάγκω μπου θντο διάλο να μπάω;» Με κοιτάζει περιμένοντας την επικρότηση. Το κεφάλι του είναι ακόμα έξω από το τζάμι. «Μπα ντην είδεθ ντη μπουντάνα;» «Καλά της τα’πες,» του λέω, γιατί τι να πω κι εγώ, ότι έχει πιάσει δύο λωρίδες μόνος του και ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει η κοπέλα σ’εκείνο το σημείο; «Ντι θντο μπούτζο ντουθ δίνουν ντο δίμπλωμπα γαμπώ ντη μπλάθη μπου.» Κρατάω το καντήλι γιατί είναι δημιουργικό, μου αρέσει, και δεν τό’χω ξανακούσει. Σιγοντάρω. «Έλα μωρέ τώρα, τα ξέρεις αυτά.»

Παίρνει κι άλλο μπρος. «Γκαι ντρέχουν γκιόλαθ ντο διάλο ντουθ μπέθα. Ήντανε ντώρα μπριν δυο βδομπάδεθ θτο άλλο ρεύμπα, γκαντέβαινονταθ αμπό Γκηβηθίαθ μπια μπαλάκω γκαι μπήγκαινε γκατζωμένη. Μπε μπροσμπερνάει, ντη βρίθγκω θντο βανάρι. Ντηθ γκάνω θινιάλο να γκαντεβάθει ντο μπαράθυρο γκαι ντηθ λέω να ντο γκόμπζει γιαντί μπιο γκάντω έχει μπάτζουθ. Δε μπ’άγκουθε, θντη μπούτζα ντηθ. Μποια μπούτζα δηλαδή θντο μπουντί ντης. Βεύγκει γκατζωμπένη μπάλι, ε, μπετά από μπέντε λεβντά ντη βλέμπω να ντην έχουν θνταμπαντήθει οι μπάτζοι. Θνταμπαντάω δίμπλα, αντοίγκω ντο μπαράθυρο γκαι ντης βωντάζω μπροθντά θντουθ μπάτζους ‘μπάρντα στα μπούντρα μπωρή γκαριόλα μπου δε μπ’αγκούθ.’ Γκαι βεύγκω.» Και τον πιάνει το γέλιο της μεγάλης νίκης, στόμα ορθάνοιχτο με τα απόντα δόντια να χάσκουν λάμποντας δια της απουσίας τους, μαζί με τσιγαρόβηχα, συνοδευόμενο από Πέγκυ Ζήνα στα ηχεία. Μερικές στιγμές είναι πραγματικά ξεχωριστές.

‘Εχουμε φτάσει σε διασταύρωση. «Αμπό μπου να μπάω;» «Απ’όπου θες, και τα δύο βγάζουν κι εσύ είσαι ο οδηγός.» «Αβτόθ είθαι ρε βιλαράγκι.» Είμαι πια ο άνθρωπός του. Η καλύτερη κούρσα της βραδιάς. Τον καταλαβαίνω. Θέλει να μοιραστεί μαζί μου τα βιώματά του. «Εμπένα μπου μπε βλέμπειθ, γκάμποντε είχα ντόντια.» Εντάξει, το είχα καταλάβει αυτό. Σπάνιο να είναι κάποιος χωρίς δόντια εκ γεννετής και να μην κάνει κάτι. «Ντόντε είχα μπηχανή γκαι το άνοιγκα ντο γκάτζι. Αλλά μπια βορά εγκεί μπου γκάτζωνα θντη Μπειραιώς έρχενται μπια μπαλάγκω γκαι αντί να ντον μπροσμπεράθει ντο μπροστινό, γκωλώνει, βρενάρει, ντα βλέμπω γκι εγκώ όλα αμπό μπίθω, τζιντάρω τα βρένα αλλά δε μπιάνει το μπιθινό, ζηγκώνενται η μπηχανή θντη μπροθ τη ρόντα, βεύγκω εγκώ μπροστά, θγκάω μπε το ζαγκόνι, μπάνε τα δόντια.» Σοβαρεύω. «Λυπάμαι. Άσχημα αυτά.»

«Όχι ρε ντε γκαμπιένται μποιοθ να μπληρώνει οδοντογιατρούθ μπια ζωή ντώρα. Εγκώ γκαθάριθα…»

2. Άχ ρε Μαράκι, γιατί δεν ακούς;

Προσγείωση στο Ελ. Βελ., καλοκαίρι, μεσημέρι. Όχι απλά καλοκαίρι και μεσημέρι, αλλά τρεις η ώρα εν μέσω καύσωνα. Η διαφορά θερμοκρασίας με την έξοδο από την πύλη ‘Β’ του αεροδρομίου κάνει πάγο να λιώνει πριν ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου, ενώ κάθε ιδρωτοποιός αδένας σου βαράει υπερωρίες βγάζοντας την τελευταία σταγόνα νερού από το σώμα σου. «Επιστρέψαμε.»

Στημμένος στην ουρά για ταξί, μία ελαφρώς ενδεδυμένη ξανθιά που έχει φίλο το μπάτσο που κανονίζει ποιος θα μπει που, τρίβεται λίγο πάνω του και με ναζιάρικη φωνή του λέει ότι πρέπει να πάει Ραφήνα για να πάρει το καράβι. Κάτι η ζέστη, κάτι το ότι ο μπάτσος σκέφτεται με το λάθος κεφάλι (όταν σκέφτονται γενικότερα) και το αιδοίο σέρνει πλοίο, η ξανθιά με το αβυσσαλέο ντεκολτέ και το σορτσάκι μέχρι τον ώμο παρακάμπτει όλη την ουρά και μπαίνει στο πρώτο διαθέσιμο ταξί. «Καλή φάση,» σκέφτομαι. Αλλά το ότι πήρε ταξί πριν από μένα, σήμαινε ότι άλλαξε και το ταξί που θα έπαιρνα εγώ άν ο κόσμος ήταν ηθικός κι αγγελικά πλασμένος.

Ο τύπος φοράει βερμούδα και πουκάμισο ανοιχτό μέχρι τον αφαλό για να φαίνεται η Greek Lover τρίχα. Χρυσή αλυσίδα από την απορριφθείσα συλλογή κοσμημάτων του Mister T γύρω από το λαιμό. Γυαλί μυωπίας και ηλίου ταυτόχρονα, όχι αυτό που αλλάζει χρώμα ανάλογα με το πόσο φως υπάρχει, αλλά αυτό με τα διπλά τζάμια που ανεβοκατεβαίνουν ανάλογα με τη βούλησή του. Χρυσό δόντι στο βεβιασμένο χαμόγελο απογοήτευσης όταν παίρνει εμένα κι όχι τη Γερμανίδα τουρίστρια ακριβώς μπροστά μου και «welcome to Greece» — «άσε μεγάλε, Έλληνας είμαι.» Καπέλο Athens 2004 με το Φοίβο και την Αθηνά να πηγαίνουν χέρι-χέρι σαν τον ακατονόμαστο και τους δικούς του.

Μπαίνουμε στο ταξί, λέω που πάμε, και παρατηρώ ότι τα παράθυρα είναι ανοιχτά. «Εντάξει, τόσην ώρα σε στάση στην ουρά, δε λέει να είχε κλιματισμό. Θα τα κλείσει όταν βγούμε Αττική οδό.» Περνάει από τα ενοικιαζόμενα, παίρνει τη φουρκέτα, και αναπτύσσει ταχύτητα. Πολλή ταχύτητα. Ο αέρας από τα ανοιχτά παράθυρα με έχει κολλήσει στο πίσω κάθισμα. «Μήπως να τα κλείσουμε λίγο τα παράθυρα;» «Κάτσε ρε φίλε τώρα ξεκινήσαμε, να πάρει λίγο μπρος.» Το αμάξι έχει ήδη πιάσει τα 130 λίγο μετά το ΙΚΕΑ κι ακόμα γκαζώνει.

– Από που ήρθες;
– Εδιμβούργο.
– Σουηδία, και γαμώ!
– Όχι ακριβώς…
– Τι δεν είναι Σουηδία;
– Όχι, Δανία… (σιγά μην τ’άφηνα.)
– Α ναι ρε, μπράβο.

Αρχίζω να ελπίζω να ξέρει την Αθήνα καλύτερα από την Ευρώπη. Τραβάει μία τζούρα από την ωλ-τάϊμ κλάσικ φραπεδιά δίπλα στο τιμόνι, και πιάνει το σι-μπί στο χέρι. «Το Μαράκι, ακούει το Μαράκιιιιι;» Σιγή ασυρμάτου. «Μαράκιιιιιι;» Παράσιτα. Ο αέρας έχει διπλασιάσει τα μποφώρ του κι ο τύπος συνεχίζει ακάθεκτος, κάθε φορά υψώνοντας φωνή γιατί πέρα από την αδιαφορία του Μαρακίιιιιου έχει να συναγωνιστεί τον αέρα. «Που είσαι ρε Μαράκιιιιι.» Μέσα από τα παράσιτα και τον αέρα που του προκαλεί την τρικυμία εν κρανίω για το Μαράκι ακούγεται η φωνή. «Έλα ρε, ο Κώστας είμαι.»

– Έλα ρε Κώτσοοοοο.
– Που είσαι;
– Στην Αττική οδό ρε από αεροδρόμιοοοο.
– Έχει κόσμο;
– Της πόρνης ρε Κώτσοοοοο, μισή ώρα περίμενα αλλά άδειασαν 5-6 αεροπλάναααα.
– ‘Ντάξει, εγώ πάω προς το σπίτι.
– Που είναι το Μαράκι ρε Κώτσοοοοο;
– Άσε ρε σχόλασε.
– Και τι θα κάνω ρε Κώτσοοοοο;
– Πάμε για κανά σουβλάκι Παιανία;
– Χωρίς το Μαράκι ρε Κώτσοοοο;
– Πάμε ρε για κανά σουβλάκι.
– ‘Ντάξει ρε, πάμε για σουβλάκιιιιι.

«Τα παράθυρα ρε φίλε!» Με κοιτάζει από τον καθρέφτη.

– Αμάν ρε φιλαράκι με τα παράθυρα, εδώ χάσαμε το Μαράκιιιιι.
– Ναι ρε φίλε αλλά θα χάσω το κεφάλι μου.
– Πωπωωωω ρε φιλαράκι, να τα κλείσω αλλά κλιματισμό δεν έχω.
– Κλείστα.
– Θα σκάσουμεεεεε.
– Σκάσε.
– Τιιιιιι;
– Δεν πειράζει.

Κλείνει τα παράθυρα όπως βγαίνει στην περιφερειακή του Υμηττού. Μόλις περάσει την πρώτη έξοδο τα ανοίγει πάλι και ξαναπαίρνει το σι-μπί. «Μαράκιιιιιιι.» Η φωνή από την άλλη άκρη δεν είναι του Κώτσου. «Σκάσε ρε, γαμώ το Μαράκι σου.» Ο αέρας του παίρνει το Athens 2004 καπέλο του και το πετάει στο πίσω κάθισμα.

– Κώτσοοοοο μου βρίζουν το Μαράκιιιιιι.
– Εσένα βρίζουν ρε φίλε.
– Κώτσοοοοο…
– Τα παράθυρα…
– Μαράκιιιιι…
– Τόσο καλό είναι το Μαράκι ρε μεγάλε;

Η αποστομοτική απάντηση ήρθε αμέσως. «Δεν ξέρω ρε, μόνο από το σι-μπί την έχω ακούσει.» Περιμένω 20» να το συνειδηροποιήσω. «ΟΚ,» σκέφτομαι. Πάω να του δώσω το καπέλο αλλά πριν το πιάσει στο χέρι του, το αφήνω από το δικό μου. Το καπέλο θυμάται τις μέρες του ως περιστέρι με τάσεις αυτοκτονίας και αρχίζει να ταξιδεύει στην Αττική οδό αντίθετα στο ρεύμα μέσα στον αέρα με ηχητική υπόκρουση πολλών ντεσιμπέλ: «Μου πήρε κι ο αέρας το καπέλο ρε Μαράκιιιιι…»

3. And you will know us by the trail of dead

Η πιάτσα του σταθμού στη Σαλονίκη, έτσι, για αλλαγή, είχε ταξί να περιμένουν. Ο τύπος που μου κάνει σήμα ότι θα με πάρει έχει τη θέση του οδηγού στο ξαπλωτό και αυτός είναι ξαπλωμένος πάνω της. Σε αυτή τη στάση κάνει τα λίγα μέτρα μέχρι να έρθει μπροστά μου και, σε μία αναπάντεχη ένδειξη καλοσύνης, βγαίνει έξω για να ανοίξει το πορτ-μπαγκάζ.

Το μαλλί είναι μακρύ μέχρι τη μέση, πιασμένο κοτσίδα. Φοράει δαχτυλίδι με νεκροκεφαλή στο μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού και με έναν ανάποδο σταυρό στον δείκτη του αριστερού. Τζην εφαρμοστό, εφάμιλλο των παντελονιών που είμαι σίγουρος ότι είναι ο βασικός λόγος για τις φωνές των Bee-Gees (η επιλογή του συγκροτήματος δεν είναι τυχαία). Μπότα μυτερή για τις κατσαρίδες στη γωνία, μαύρο t-shirt που γράφει Judas Priest πάνω από λευκή μπλούζα. Σκουλαρίκι σε κάθε αυτί και στη μύτη. Δε μπορώ να καταλάβω αν είναι παλιοροκάς ή γκοθάς ή τι στον κόρακα. Συμβιβάζομαι με το ότι είναι μια διχασμένη rock προσωπικότητα με παρενέργεια τη δημιουργία του πιο κακόγουστου Σαλονικιού.

Πάω να μπω από την πόρτα του συνοδηγού. «Κάτσε πίσω φιλαράκο να τα λέμε.» Δεν καταλαβαίνω γιατί θα τα λέμε αν είμαι πίσω καλύτερα από το αν είμαι μπροστά, αλλά ακολουθώ τις οδηγίες. Κάθομαι πίσω, μπαίνει από την πόρτα του οδηγού, και, τι πιο φυσικό, περιμένω να φέρει το κάθισμά του στη σωστή θέση. Μάταια. Από ξαπλωτή θέση βάζει μπρος και πατάει γκάζι. Το κεφάλι του είναι πρακτικά πάνω στο πίσω κάθισμα. «Α, έτσι θα τα λέμε,» σκέφτομαι. «Που πάμε;» ρωτάει. Του λέω.

– Μακρυά ρε φίλε.
– Και;
– Αυτός είσαι. Μουσικούλα;

Κοιτάζω γύρω-γύρω το αμάξι. Παντού στο ταμπλώ βλέπω κολλημένα χαρτάκια με στίχους τους οποίους ακόμα κι αν ήξερα Γραμμική Α’ να τους διάβαζα, δεν είμαι σίγουρος ότι θα ήξερα. Το ταμπλώ του έχει κόκκινο φως για το υπόβαθρο ενώ από την ταπετσαρία του αμαξιού κρέμονται άκυρες Hard-rock Cafe κονκάρδες, όλες από το μαγαζί της Μυκόνου. Ακόμα δε μπορώ να καταλάβω τι γίνεται. Πατάει το play.

Οι κιθάρες των Manowar πέφτουν τρελά μέσα στη σιγή του αμαξιού και στο πρώτο ουρλιαχτό ο τύπος έχει πορωθεί κι αρχίζει να τραγουδάει παίζοντας air-guitar στο κάθε φανάρι. Και, ναι, θέλεις χώρο για να παίξεις σωστά air-guitar. Αν είσαι π.χ., σε αμάξι θα έλεγα ότι θέλεις τόσο χώρο όσον έχεις αν ρίξεις ξάπλα τη θέση του οδηγού. Τσίτα τα γκάζια στην παραλιακή και σε κάθε σολιά η νοητή του πένα σπάει τη χορδή. «Γουστάρωωωωωω» να φωνάζει λίγο πριν το τελευταίο chorus και πριν πέσει το αργό «στην αρχή είμαστε ευαίσθητοι αλλά στο τέλος θα σας πάρουμε το scalp» τραγούδι.

– Γυρνάς ή έρχεσαι φίλε;
– Έρχομαι.
– Αυτά είναι. Να σου πω μέρη μ’ωραία μουσική.

Οι γκαζιές και τα φρεναρίσματά του εναλλάσσονται σαν τις διπλομποτιές του ντράμερ. Τρελή αλλαγή σε Sisters of Mercy και καταλαβαίνω ότι αυτό που βγαίνει στα ρούχα του ισχύει και στο τι παίζει στο ταξί. Ο τύπος πιάνει το μπάσο στο επόμενο φανάρι. Το βλέπω, δεν παίζει με πένα πια αλλά με τα δάχτυλα. Η φωνή του χοντραίνει όποτε τραγουδάει ο Eldritch και λεπταίνει όταν είναι η σειρά της Morrison. Διχασμένη προσωπικότητα μέχρι τέλους. «Και γαμώ ρε φιλαράκι, και γαμώ!» Κουνάω συγκαταβατικά το κεφάλι όσο βλαστημάω την ώρα και τη στιγμή που είπα όχι στο να έρθουν να με πάρουν με αμάξι.

Κάθιδρος (έτσι είναι οι συναυλίες) κοιτάζει να δει που είναι. «Καλά πάμε,» του λέω. «Μη μασάς, ξέρω,» απαντάει. «Ένα τραγουδάκι ακόμα τό’χουμε, κάτσε να βάλω καλό.» Κάνει μία στη θήκη της πόρτας του και βγάζει μία κασσέτα. Πατάει το play.

Οι πρώτες νότες του Staying Alive όσο κινείται με το στυλ του Travolta αν δεν είχε πόδια, με στέλνουν αδιάβαστο. «Φιλαράκο, πολύ μπροστά οι Bee-Gees…»

Επίσημη λύση: ανατίναξη.

4. «Lady» spells «trouble»

Εδιμβούργο, επιστροφή από ταξίδι και πάλι, με το μόνο άτομο που ήθελα να έρθει να με πάρει από το αεροδρόμιο, να έχει όντως έρθει να με πάρει από το αεροδρόμιο. Χωρίς λόγο, απλά για να με συναντήσει 20′ νωρίτερα. Κάτι οι πέντε μέρες, κάτι η κούραση και το ξεκίνημα από τα άγρια χαράματα έχουν ρίξει αρκετά τη γενικότερη αντίληψή μου για την ύπαρξη υπόλοιπου κόσμου, οπότε τα χαχανητά δίνουν και παίρνουν στο πίσω κάθισμα. Κάπου στα μισά της διαδρομής έχουμε αλλαγή σχεδίων και αντί να πάμε σπίτι μου αποφασίζουμε να περάσουμε για να κατέβει από το σπίτι της και να τελειώσει κάτι που είχε αφήσει στη μέση με την ησυχία της και να βρεθούμε σε δύο ώρες (ίσως κι ένας τρόπος της να μου πει «κάνε κι ένα ντουζ για να φύγει η made by Lufthansa μυρωδιά της κηροζίνης από πάνω σου.»)

Αποφασίζω να το πω στον ταξιτζή ότι ο δρόμος που έχει πάρει πρέπει να αλλάξει με μία στα επόμενα 4» «…so we can drop the lady off and then head down to XYZ Street.» Ο ταξιτζής σε έναν από τους πιο κεντρικούς δρόμους του Εδιμβούργου τσιτώνει τα φρένα. Το αμάξι γίνεται Bat-mobile, αλλά χωρίς γάντζο να πετάξει και να πιαστεί στην κολώνα, αυτός σαν άλλος Batman παίρνει τη στροφή με θανατερή ακρίβεια. Γκαζώνει στη Broughton όσο εμείς από το πίσω κάθισμα προσπαθούμε να απεμπλακούμε και να ξεκολήσουμε από το τζάμι.

Με κοιτάζει από τον καθρέφτη: «she’s not a lady mate, she’s a pile of trouble.»

Δίκιο είχε. Πολύ.

5. Να προσέχεις την ακτινοβολία

Εντάξει, καλά είναι να εξιστορείς τα άσχημα των άλλων, αλλά τη δουλειά δεν την έχω κάνει ποτέ, οπότε είμαι έξω από το χορό. Εκτός από μία φορά που πέρασα αλλά δεν ακούμπησα.

Υπάρχει ένας δρόμος στον Υμηττό που ουσιαστικά σε παίρνει κάπου από την Καισαριανή πάνω από το νεκροταφείο, και σε βγάζει κάπου στο Χολαργό (κάτω από ένα άλλο νεκροταφείο). Τα παλιά τα χρόνια, όταν έκλεινε η Κατεχάκη, ήταν όλα τα λεφτά αν ήθελες να κάνεις τη διαδρομή γλιτώνοντας τον εκνευρισμό και τα γαμοσταυρίδια πρωϊνιάτικα. Ήταν ο αγαπημένος μου δρόμος για πολύ καιρό.

Μία ωραία πρωΐα κάνω τη διαδρομή και, κάπου στο ανέβασμα, ένας τύπος μου κάνει σήμα να σταματήσω. Το μέρος γενικώς προσφέρεται για περιπατητές και joggers και κάποιες ώρες της ημέρας είναι πραγματικά γεμάτο από τέτοιο κόσμο. Δεν ήταν αυτή η ώρα της ημέρας. Έχει κρύο και πέφτει ένα ψιλόχιονο. Σταματάω και ανοίγω το τζάμι. Ο τύπος είναι γύρω στα 60-κάτι και φοράει ένα μπλε σκούφο.

– Παλικάρι με πετάς λίγο πιο πάνω;
– Που δηλαδή;
– Ξέρεις, στους ταβλαδόρους.
– Ορίστε;
– Έλα να σου δείξω, κάνει κρύο.

Σηκώνω ασφάλειες, ανοίγει την πόρτα, κάθεται στη θέση του συνοδηγού και χαμογελάει.

– Ευτυχώς που βρέθηκες ρε παιδί γιατί κάνει ψόφο.
– Καλά, που πάμε;
– Έλα, πιο πάνω, μετά την Καλοπούλα. Έχουμε φτιάξει τσαντίρι εκεί.

Ανεβαίνουμε την ανηφόρα μέχρι τη διχάλα πριν τη μονή του Αστερίου και στρίβουμε αριστερά. «Φτάσαμε.» Κοιτάζω απέναντι και είναι όντως άλλοι πέντε τύποι στην ηλικία του, στο βράχο απέναντι από ένα πλάτωμα που βλέπει όλη την Αθήνα. Έχουν μία σόμπα που έχουν στήσει πίσω από ένα τεράστιο διάφανο πλαστικό. Η σόμπα καίει. Δύο τύποι παίζουν τάβλι κι οι άλλοι τρεις κάθονται γύρω γύρω από το τραπέζι. Οι ζαριές γεμάτες και τα πούλια χτυπητά. «Εδώ είμαστε παλικάρι, να’σαι καλά. Α, θες να’ρθεις;» Με την περιέργεια σε υψηλά σταθμά, λέω ναι.

Κατεβαίνουμε από το αμάξι, περνάμε πίσω από το πλαστικό. «Καλώς τον Ανέστη.» «Γεια σας λεβεντόπαιδα. Βάλε ένα κόμπο ουζάκι ρε Νικόλα.»

Πίνουν ούζο.

Οι τύποι έχουν όλη την Αθήνα στα πόδια τους, είναι 10 το πρωΐ, παίζουν τάβλι, και πίνουν ούζο.

«Τι κάνεις εδώ εσύ ρε παιδί;» έρχεται η ερώτηση. Τέτοιες ευκαιρίες δεν πρέπει να πηγαίνουν χαμένες.

– Πάω στις κεραίες.
– Τι να κάνεις στις κεραίες;
– Πάω να μετρήσω την ακτινοβολία.
– Γιατί;
– Έχουμε διαρροή.
– Τι διαρροή;
– Ε, να μωρέ, μία κεραία έχει τρυπήσει.
– Πλάκα κάνεις.
– Όχι, σοβαρά μιλάω. Οι νέες οι κεραίες της κινητής. Δεν έχετε ακούσει που λένε ότι τα κινητά κάνουν κακό; Εκεί φεύγει η ακτινοβολία από το ακουστικό.
– Τι λες ρε παιδί…
– Ναι, ναι, να προσέχετε εσείς εδώ.
– Έχουμε το ουζάκι μας, έχουμε το ταβλάκι μας, τι άλλο θέλουμε.
– Καλά είστε, αλλά να προσέχετε.
– Και τι θα κάνετε αν είναι μεγάλη η διαρροή;
– Ε, δε θυμάστε πριν λίγες μέρες που και καλά άρχισαν να τις ρίχνουν μία-μία;
– Σα νά’χεις δίκιο.
– Μούφα, ήταν οι τρύπιες αυτές που έριχναν.
– Όχι ρε παιδί.
– Ναι σας λέω.
– Να προσέχεις ρε παιδί. Κι αν είναι να μας πεις να φύγουμε, μην πάθουμε και τίποτα.
– Αφού έχετε το ταβλάκι σας και το ουζάκι σας.
– Ε, ναι ρε παιδί, αλλά μην πάμε κι από κεραία.

Οι ταβλαδόροι ήταν ακόμα εκεί τελευταία φορά που πέρασα, αν και πάει καιρός από τότε. Το ίδιο κι οι κεραίες.

Advertisements

6 απαντήσεις στο Top 5 taxi stories

  1. Ο/Η BioLogos λέει:

    …άψογοι οι ταρίφες.
    Παρόμοιες ιστορίες υπάρχουν πολλές, γεμάτες σουρεαλισμό, σαν να βγήκαν από το fear and loathing.Θεός βέβαια ο κουτσοδόντης που του έμεινε ψυχολογικό με τις γκόμενες οδηγούς.

    Έχω πετύχει ταρίφες απόφοιτους του Μαθηματικού,τυπάδες που εξιστορούν ερωτικές ιστορίες με πολλαπλάσιο αριθμό θυληκών, άτομα-κομμάντο με λογοδιάρροια για τα κατορθώματά τους στο στράτευμα και φυσικά παπάρες που πιάνουν την κουβέντα για οτιδήποτε άχρηστο μέσω σι μπι, όπως για τραβέλια, Πάμε Στοίχημα, ζάντες, αγορά ηλεκτρικών ειδών και παρόμοια.

    Η κηροζίνη της Λουφτβαφε έγραψε!!!

  2. Ο/Η daskalos λέει:

    Οι ταρίφες πιστεύω ότι είναι μία από τις παγκόσμιες σταθερές. Σε όποιο μέρος και να πας, οι κάτοικοι έχουν ιστορίες να πουν :)

  3. Ο/Η paperflowers λέει:

    Πάντως εγώ αν ξεμείνω ποτέ από δουλειά, ταριφοπούλα θα γίνω…

  4. Ο/Η Michail λέει:

    Φαντάσου αν είσαι ταρίφας ποσα νούφαρα μπορείς να πασάρεις, για να κοβεις αντιδράσεις… Μερικές φορές πάντως που χω οδηγήσει πολύ μέσα σε μια μέρα σε διάφορες περιοχές της αθήνας, καταναλώνοντας λίτρα αμόλυβδης, ιδρώτα και ακόμα και με πολλά νεύρα, μου μένει μετά μια ωραία ψευδαίσθηση οτι σήμερα σε αυτη τη μαμημένη πόλη ΞΕΡΩ τι γινόταν, τι έτρεχε, που πως ποτε και άλλα τετοια.

  5. Ο/Η paperflowers λέει:

    Τσολιά, το βρήκα!!! :-)
    Θέλω μια άδεια ταξί!

  6. Ο/Η Nasos λέει:

    Εντάξει όλα αυτά που λέτε αλλα να ξέρετε πως η ελλαδα δεν ειναι μονο Αθηνα και ότι παράπονα διαβάζω ειναι μονο απο Αθηναίους συναδέλφους να στε σίγουροι πως δεν ειναι το ίδιο και στις επαρχίες απλά η διάφορα μας ειναι πως εκει δεν ξέρει κανένας κανέναν και στην Επαρχεια είμαστε όλοι γνωστοί οποτε η εξυπηρέτηση προς το κοινό ειναι παραπάνω ικανοποιητική απο όσο χρειάζεται

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: