Chinese Karaoke

Διαβάσαμε για τα κατορθώματα μερικών από εμάς την Κυριακή που πέρασε και τις περιπέτειές τους στα «χαρούμενα» όρη, στο δρόμο προς την παραλία ρουμιού στην οποία ξεκούρασαν τα κατάκοπα κορμιά τους. Το βλέπεις αυτό ακριβώς μία μέρα μετά από τη Δευτέρα, που είχε τόση σχέση με εκείνη την Κυριακή, όσην έχει το ραντεβού ενός καραφλού στο ακριβότερο κομμωτήριο της πόλης. «Τι έγινε χτες;» αναρωτιέσαι Ρούλα, εσύ, πιστή μας αναγνώστρια.

Άσε, μην τα ρωτάς.

Ξυπνάς το πρωΐ, και μετά το Σκωτσέζικό σου ντουζ γιατί το boiler κάνει κάτι κόλπα τώρα τελευταία, κάθεσαι για λίγο στον καναπέ σου για να κοιτάξεις τα email σου. Πρώτο-πρώτο στη λίστα έχεις ένα που σου γράφει ότι μόλις σε έχωσαν για ένα ταξίδι-αστραπή σε μία πόλη-τρύπα την Πέμπτη. Μπορεί οι φήμες να λένε ότι μερικές Αγγλικές τρύπες είναι μεγαλύτερες από το αναμενόμενο, αλλά η συγκεκριμένη τρύπα δικαιολογεί πλήρως το χαρακτηρισμό της. Πρέπει να κλείσεις άμεσα εισιτήριο (γιατί ο εργοδότης, με όλη τη σοφία που τον διακρίνει, απέφυγε να σου κλείσει) και χρεώνεις την κάρτα σου £250. Και να είχες και καμιά χρυσή κάρτα της Bank of Scotland, στα κομμάτια να πάει. Αλλά δεν έχεις. Οπότε τώρα είσαι μία μέρα και 250 λιρόνια μείον. Παίρνεις λίγες αναπνοές…

…και ρίχνεις ολίγα Γαλλικά επιπέδου πρώτης προκαταρκτικής.

Αποφασίζεις ότι δεν θα αφήσεις τίποτα να σε αποθαρρύνει, αλλά ζαλώνεσαι την τσάντα, βάζεις τα ακουστικά του εμ-πι-θρι-όφωνου, ανεβάζεις την ένταση στο τέρμα, κι ανεβαίνεις τη Leith Walk με γοργά βήματα, υποβοηθούμενα από τη χαμηλή θερμοκρασία και τη μουσική. Ρίχνεις κλεφτή ματιά προς το Calton Ηill όσο είσαι στις γέφυρες και ο ουρανός έχει ένα περίεργο μπορδοροδοκόκκινο χρώμα, αυτό που λέει ότι «ο ήλιος έχει ανέβει, αλλά δε στον δείχνω γιατί σου φυλάω υγρή έκπληξη στην πορεία.» Με το που φτάνεις στο Μίλι, κάποιος ανοίγει τη βάνα και η πρώτη πραγματική μπόρα του φθινωπόρου είναι γεγονός. Προσπαθείς να βρεις την ομπρέλα σου, αλλά το χέρι σου δε φτάνει μέχρι το σπίτι, όπου εκείνη βρίσκεται συνεχίζοντας την ξεκούρασή της.

Συνεχίζεις την εκμάθηση Γαλλικών.

Φτάνεις στο γραφείο σου, στραγγίζεις το παλτό, το βάζεις στο καλοριφέρ μπας και στεγνώσει πριν να χρειαστεί να φύγεις, και βάζεις λίγο καφέ, ετοιμαζόμενος να συνεχίσεις την ημέρα σου. Πριν προλάβεις να καταλάβεις τι γίνεται ακούς ένα ποδοβολητό στο διάδρομο. «Κάτι πρέπει να συνέβη,» σκέφτεσαι. Το αγνοείς και βάζεις ακουστικά ψάχνοντας τη συλλογή σου για κάτι που θα σε κάνει να ξεχαστείς. «Α! American Analog Set!» βλέπεις στη λίστα, και είσαι έτοιμος να πατήσεις το play και να απομονωθείς από τα εγκόσμια. Αλλά όταν το ποντίκι έχει φτάσει στο play και είναι έτοιμο να κάνει το μαγικό click ακούς το ξενερωτικό χτύπημα στην πόρτα. Ο Κινέζος συνάδελφος σου λέει ότι πήρε το αφεντικό τηλέφωνο και ζήτησε κάποιον να τον καλύψει σε μία συνάντηση την οποία είχε ξεχάσει.

– Και δε μπορείς να πας εσύ;
– Όχι.
– Γιατί;
– Έχω δουλειά και δε θέλω να την αφήσω στη μέση.
– Μα τώρα ήρθες.
– Έλα, θα σου χρωστάω.
– Ήδη μου χρωστάς.
– Θα σου χρωστάω κι άλλο.
– Τα δανεικά είναι αγύριστα εδώ και καιρό.
– Σε παρακαλώ.
– Καλά που είναι;

Είναι στου διαόλου τη μάνα. Είναι στην άλλη άκρη της πόλης. Είναι τόσο μακρυά που πρέπει να πάρεις ταξί. Ξεροκαταπίνεις, στρίβεις ένα τσιγάρο, ξαναβάζεις το παλτό, δίνεις ραντεβού σε ένα τέταρτο (για να προλάβεις να κάνεις και το τσιγάρο) με τους άλλους που πρέπει να κάνουν την ίδια δουλειά, βγαίνεις στο δρόμο, και κάνεις σήμα στο πρώτο ταξί που βλέπεις.

Περνάς το πρώτο σου πτυχίο στα Γαλλικά με άριστα και η ιδιοκτήτρια του φροντιστηρίου το κορνιζάρει και σε φιλάει σταυρωτά που την έκανες περήφανη.

Φτάνεις και βρίσκεσαι σε ένα χώρο γεμάτο από άτομα τα οποία μιλάνε για πράγματα που ποσώς σε ενδιαφέρουν. Η ώρα περνάει αργά. Απελπιστικά αργά. Ο κόσμος είναι βαρετός. Απελπιστικά βαρετός. Παρακολουθείς με ενδιαφέρον έναν έντονο διάλογο μεταξύ Πολωνού πανεπιστήμονα και ντόπιου ξερόλα στο κοινό ο οποίος συνοψίζεται στα παρακάτω:

– Γιατί το έκανες αυτό έτσι;
– Και πώς να το κάνω;
– Να το κάνεις γιουβέτσι.
– Και γιατί να το κάνω γιουβέτσι;
– Και πώς να το κάνεις;
– Να το κάνω έτσι.
– Μα σου είπα ότι το θέλεις γιουβέτσι.
– Μήπως να το θέλω όμως έτσι;
– Και γιατί να το θέλεις έτσι;
– Για να μην το κάνω γιουβέτσι.

Σε κάποιο σημείο η ώρα έχει περάσει αρκετά για να τελειώσει και αυτό το βάσανο. Μία νότα αισιοδοξίας αρχίζει να σχηματίζεται στο κεφάλι σου όσο ξαναξετυλίγεις τα πιστά σου ακουστικά για να σου κρατήσουν συντροφιά όπως ετοιμάζεσαι να πάρεις (πάμε όλοι μαζί) τον Μακρύ. Δρόμο. Για το σπίτι. Πριν προλάβεις πάλι να πατήσεις το play ξανανοίγουν οι ουρανοί. Κι εκεί που είσαι δεν περνάνε ταξί παρά μόνο αν έχεις κάνει τη μισή διαδρομή.

Οι γνώσεις σου στα Γαλλικά έχουν φθάσει σε επίπεδο Σορβώνης.

Φτάνεις στο σπίτι, μέσα στα νερά με τα οποία ο ουρανός αποφάσισε απλόχερα να σε λούσει. Είσαι έτοιμος να κυρήξεις την ημέρα ως πλήρως μα πλήρως χαμένη. Θες μόνο να κλείσεις κουρτίνες και φώτα, να πιεις κάτι ζεστό γιατί μάλλον την άρπαξες, και να δεις μία καλή ταινία την οποία κατέβασες το προηγούμενο βράδυ. Ανοίγεις την τσάντα, βγάζεις το laptop, ετοιμάζεσαι να το βάλεις στην πρίζα, και ανακαλύπτεις ότι έχεις ξεχάσει το τροφοδοτικό στο γραφείο, στη φούρια σου να φύγεις το πρωΐ. Και η μπαταρία σου, ας είναι καλά η συνάντηση στην οποία ήσουν όλο το πρωΐ, δεν έχει ρεύμα για πάνω από μία ώρα. Πρέπει να γυρίσεις στο γραφείο για να πάρεις το φορτιστή, και μόλις έχασες το τελευταίο λεωφορείο. Έξω δε βρέχει, αλλά η τελευταία εικόνα του laptop πριν να πέσει για τον ύπνο του δικαίου μιας και η μπαταρία είναι έτοιμη να σφυρίξει λήξη σου λέει ότι η θερμοκρασία έξω είναι στους 0 βαθμούς.

Είσαι στο μετρό του Παρισιού, δίνεις οδηγίες σε τουρίστες και βρίζεσαι με μπερμπέρηδες μετανάστες σε άπταιστη Γαλλική αργκώ.

Φτάνεις πίσω στο γραφείο αφού έχεις περπατήσει άλλο ένα μισάωρο, λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Βάζεις κουρασμένα την κάρτα στη σχισμή, ανοίγεις την πόρτα, και ακούς μουσικές και τραγούδια. Κοιτάς πίσω σου να σιγουρευτείς ότι είσαι στο σωστό όροφο. Ναι, είσαι. Συνεχίζεις στο διάδρομο και τι βλέπεις; Κινέζικο πάρτυ. Όχι απλά πάρτυ, αλλά όλους τους Κινέζους «συναδέλφους» σου, συμπεριλαμβανομένου και αυτού που σου ζήτησε να τον αντικαταστήσεις το πρωΐ, να έχουν πάρει πίτσες με πάπια και σκόρδο και ό,τι άλλο σίχαμα μπορείς να σκεφτείς. Και τι κάνουν; Τραγουδάνε karaoke. Συνδεδεμένο στον προβολέα αξίας £2,000 με τη λάμπα που αγκομαχάει, και την οθόνη να δείχνει κάτι Κινέζους να ανεβαίνουν το Σινικό τοίχος ενώ μία Κινέζα wannabe τραγουδίστρια φαλτσάρει σε τραγούδι εφάμιλλο του τελευταίου μ’άφησε-ο-κερατάς-και-τον-θέλω-πίσω ελληνικού τσουξέ της πίστας.

Χαιρετάς, βάζεις το κλειδί στην πόρτα, και την κλείνεις πίσω σου. Δεν έχεις άλλη λύση:

Γαμοσταυρίζεις.

Advertisements

4 απαντήσεις στο Chinese Karaoke

  1. Ο/Η paperflowers λέει:

    Γιατί τους αρέσει τόσο πολύ το καραόκε δεν μπορώ να καταλάβω…

  2. Ο/Η daskalos λέει:

    Εμένα μου λες; J’en ai plein le cul…

  3. Ο/Η tissot λέει:

    U forgot the best: putant!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: