Arsebanging Friday # mental-penetration-for-the-masses

Όταν κατάλαβε πόσο άγαρμπα είχε κουνήσει τον αγκώνα του ήταν αργά. Η Πάτυ είχε ξυπνήσει. Οι πρώτες αχτίδες του ηλίου, ως άλλο φως αληθινό, έσωσαν τον Προκόπη από τα αμήχανα, ολόμαυρα μάτια της Πάτυς. Τα επόμενα 27 δευτερόλεπτα κύλησαν σιωπηλά. 

Ο Προκόπης άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, αλλά δεν πρόλαβε. Η Πάτυ του το έκλεισε με ένα γλωσσόφιλο. «Ας αφήσουμε τα λόγια για μετά,» του είπε, του έκλεισε το μάτι, και σηκώθηκε από το κρεββάτι. Το βλέμμα του Προκόπη έπεσε στο τατουάζ της, στρατηγικά τοποθετημένο στο μέρος που η πλάτη αλλάζει όνομα (και δε γίνεται σβέρκος). Μια συστάδα από παράλληλες γραμμές προκαλούσε το θεατή να τις αποκρυπτογραφήσει. Ο Προκόπης αποφάσισε ότι ο μόνος τρόπος λύσης του δεσμού ήταν να διαγράψει όλες τις γραμμές του παρελθόντος με μία, μοναδική, διαγώνιο. Ήταν αυτή η διαγώνιος.

Όταν η Πάτυ βγήκε από το δωμάτιο, τα μάτια του Προκόπη έπεσαν στα σκόρπια ρούχα και εσώρουχα στο πάτωμα του δωματίου. Αποφάσισε μετά από πολύ καιρό ότι αυτό το πρωινό δε θα έβλεπε τα emails του. Παρ’ όλα αυτά πήγε στον υπολογιστή για να βάλει λίγη μουσική. Πάτησε το κουμπί του shuffle, και μετά το play. Οι πρώτες νότες των Elbow δεν ήταν καθόλου τυχαίες. Το άφησε να παίζει κοιτώντας φωτογραφίες στον τοίχο από το δικό του παρελθόν. Κι αυτό ήθελε να το διαγράψει με την ίδια διαγώνια γραμμή. Τη σκέψη του διέκοψε το χτύπημα στην πόρτα.

Πάτυ: Να μπω;
Προκόπης: Θες;
Πάτυ: Το μόνο σίγουρο.
Προκόπης: Μπες. Τα σκυλιά είναι δεμένα, κι εγώ δε δαγκώνω.
Πάτυ: Μπα; Από πότε;

Χαμογέλασαν. Οι καφέδες στα χέρια της άχνιζαν. «Ωχ, είχα καφέ;» αναρωτήθηκε ο Προκόπης. «Γιατί, είχες και κανέναν να κεράσεις;» ανταπάντησε η Πάτυ. «Δε θα τα πάμε καλά εμείς οι δύο,» είπε ο Προκόπης. «Το ξέρω, καλά που το κατάλαβες κι εσύ.» Ο Προκόπης ξεφύσηξε με νόημα. «Το παρακάμπτω,» είπε. Και συμπλήρωσε «τι ώρα έχει πάει;» Το βλέμμα της Πάτυς διέσχισε τις φωτογραφίες του παρελθόντος του Προκόπη, κοντοστάθηκε σε κάποια που της έμοιαζε, και κατέληξε στο ρολόϊ. Τελευταία φορά που το κοίταξε ήταν 5:38 το πρωί.  Τώρα ήταν 1:18 το απόγευμα. «Πάμε για κανά brunch;» ρώτησε ο Προκόπης. «Ξέρω ένα ωραίο μαγαζάκι εδώ κοντά.»

Πάτυ: Θα πρέπει να ντυθούμε όμως.
Προκόπης: Εντάξει, δε χάλασε ο κόσμος αν αργήσουμε και δέκα λεπτά. Το μαγαζί δε φεύγει. 

Κάθησαν στο Hector’s κατά τις 3:00.

Το αυτί τους πήρε μία παρέα Ελλήνων στο διπλανό τραπέζι να συζητάει για αεροπλάνα και αεροπορικά δυστυχήματα. Ήταν ο Δρ. Χουζούρης και η ιπτάμενη παρέα του. «Τελικά δεν υπάρχει διαφυγή,» είπε η Πάτυ.  «Από τους Έλληνες;» εύλογα ρώτησε ο Προκόπης. «Όχι, από τα αεροπλάνα,» απάντησε όλο νόημα η Πάτυ.

Η καλλίπυγος, εξ άπω Ανατολής ορμώμενη, σερβιτόρα τους διέκοψε για να πάρει παραγγελία. Eggs benedict with salmon η Πάτυ, full Scottish breakfast ο Προκόπης, γιατί ένιωθε λίγο αδύναμος. «Και τι κάνουμε τώρα;» τη ρώτησε μέσα στην αδυναμία του.

Πάτυ: Μήπως να πούμε στους διπλανούς μας να μιλάνε πιο σιγά;
Προκόπης: Σε κάνουν να νιώθεις άβολα;
Πάτυ: Όχι, αλλά μου θυμίζουν τα αεροπλάνα.
Προκόπης: Τα αεροπλάνα έχουν πολλές θέσεις. Και πετάνε τακτικά.
Πάτυ: Ναι, αλλά σε κάθε θέση μόνος σου κάθεσαι.
Προκόπης: Και στη διπλανή θέση;
Πάτυ: Εξαρτάται… Πας ή έρχεσαι;
Προκόπης: Ή πηγαινοέρχεσαι.
Πάτυ: Ναι, αλλά αυτό είναι κουραστικό.

Η σερβιτόρα έσωσε την κατάσταση φέρνοντας την παραγγελία τους. Μετά τις πέντε πρώτες μπουκιές τα μαχαιροπήρουνα καταλάγιασαν.

Προκόπης: Πότε είπαμε πετάς;
Πάτυ: Έχω ανοιχτή επιστροφή.
Προκόπης: Για πόσο καιρό;
Πάτυ: Για όσο χρειάζεται.
Προκόπης: Καμιά εκτίμηση;
Πάτυ: Αν με ρωτούσες χθες το απόγευμα, θα σου έλεγα ένα βράδυ.
Προκόπης: Μα πέρασε ένα βράδυ.
Πάτυ: Τότε ένα βράδυ ακόμα.
Προκόπης: Fair enough.

Μέχρι να τελειώσουν το φαγητό δεν ξαναμίλησαν. Το φαγητό έφερε ποτό. Το ποτό έφερε ζάλη. Η ζάλη έλυσε τις γλώσσες. Οι λυμμένες γλώσσες αφού αντάμωσαν, ζήτησαν με μία φωνή το λογαριασμό.

Προκόπης: Νυχτώνει.
Πάτυ: Πρέπει να επιστρέψουμε.
Πρόκοπης: Στην πραγματικότητα;
Πάτυ: Όχι, στη νύχτα.
Προκόπης: Την τελευταία;
Πάτυ: Απλά την επόμενη. 

Φόρεσαν τα παλτά τους και με αργά βήματα προκαλώντας το χρόνο να τους ξεπεράσει, περπάτησαν προς το κέντρο.

«Πρέπει να πάω από το ξενοδοχείο να σουτάρω και τον Αυστραλό,» είπε η Πάτυ. «Το βράδυ λοιπόν,» απάντησε ο Προκόπης. «Το βράδυ.» Χώρισαν στην κορυφή της Frederick. Ο Προκόπης δεν πήγε αμέσως σπίτι. Έστριψε βόρεια, και πήγε στο λιμάνι να δει αν κουνιώνται οι βάρκες. Έπρεπε να διαλογιστεί. Όφειλε να διαλογιστεί.

(του μπι κοντίνιουντ)

Όπως κατάλαβες παιχνιδιάρη αναγνώστη μου, είμαστε κι εμείς παιχνιδιάριδες και κάναμε μία ακόμη συγγραφική παρτούζα. Αλλά δεν ήμασταν ντουέτο. Ήμασταν τρίο, είχαμε και Lucky Pierre: το Μπυρατή. Για λόγους πληρότητας αναφέρουμε και τους μαγικούς ζωμούς που μας έδωσαν ώθηση στη συγγραφή: πάντα χρειάζεται μια σαμπάνια Francois Dubois. Αλλά ακόμα περισσότερο χρειάζεται ένα Bulleit bourbon.

Advertisements

2 απαντήσεις στο Arsebanging Friday # mental-penetration-for-the-masses

  1. Ο/Η paperflowers λέει:

    Δεν ξέρω ποιο από τα δύο στυλ προτιμώ περισσότερο.. χμμ.. αυτό μάλλον!
    :-)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: