Arsebanging Friday #κούκου

Η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενα.

Ξέρετε, είχα πάει διακοπές για λίγο (ως αρκετό) καιρό στην Ινδία και στη γύρω χώρα.  Προσγειώθηκα στις Μαλδίβες στον Ινδικό Ωκεανό για ολιγοήμερη ανάπαυση στα γαλανά νερά, πριν περάσω στην ενδοχώρα μετά από μία μικρή στάση στη Σρι Λάνκα.  Από εκεί πέρασα στο Μαδράς ή Τσενάϊ όπως το λένε τώρα μιας και, ως λάτρης της μουσικής, ήθελα να νιώσω τα τελευταία hits του Kollywood (το Bollywood είναι πολύ mainstream για τα indie γούστα μου).  Απορρόφησα την κάθε νότα και τσιριχτή συλλαβή που έβγαινε από το στόμα καλλίγραμμων γυναικών, και γεμάτος μελωδίες αποφάσισα να διασχίσω τη χώρα.

Πήρα το τρένο των διακοσίων θέσεων μαζί με άλλους χίλιους Ινδούς και τριακόσιες περίπου κότες και διέσχισα όλη τη χώρα με μία στάση στο Χαϊντεραμπάντ για τσάϊ και κουλούρια. Ο τελικός προορισμός μου ήταν η παλιά Βομβάη, το Μουμπάϊ, γιατί είχα ανάγκη να νιώσω μικρός κι ασήμαντος — και με 19 εκατομμύρια ψυχές σε 1000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, μόνο έτσι μπορούσα να νιώσω.  Περιπλανήθηκα στην παραγκούπολη και αγόρασα χάντρες και μαγικά φίλτρα μέσα σε έναν υπόνομο στον οποίο, παραδόξως, έπρεπε να ανεβείς κάτι σκάλες για να φτάσεις.  Μετά, μέσα σε γαλήνια ηρεμία, προχώρησα βόρεια προς το Νέο Δελχί ακολουθώντας από ένα σημείο και μετά το Γάγγη και από εκεί συνέχισα προς το Κασμίρ παρέα με έναν Πακιστανό κι έναν Ινδό οι οποίοι κατάλαβαν ότι δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν.  Παρέβησαν κάθε τους αρχή όταν τους κέρασα μία μπύρα, και παρέα πήγαμε στο Νεπάλ πριν με αφήσουν στα σύνορα με το Θιβέτ.  Το υπόλοιπο ταξίδι έπρεπε να το κάνω μόνος.

Όταν έφτασα εκεί η έκπληξη ήταν μεγάλη.  Η ηρεμία ήταν παντού.  Ακόμα και ο άνεμος που σε χτυπούσε από παντού το έκανε χωρίς να το καταλάβεις.  Περπάτησα για λίγο μέσα στα δάση στους πρόποδες των Ιμαλαϊων και άρχισα σιγά-σιγά την ανάβαση με μόνη παρέα το πιστό μου φλασκί.  Όπως περπατούσα είδα ένα μοναχό να κάθεται στη στάση του λωτού με κλειστά τα μάτια.  Πήγα κοντά του.  Πριν μιλήσω μου μίλησε αυτός:

– Σε περίμενα.
– Σίγουρα εμένα;
– Δεν περνάει πολύς κόσμος από εδώ.
– Το φαντάζομαι.
– Έκανες το ταξίδι σου;
– Το κάνω τώρα.
– Σε γεμίζει;
– Με αδειάζει.
– Θα γεμίσεις ξανά όμως;
– Όχι.
– Ακόμα κι αν σου το ζητήσουν;
– Όχι.
– Γιατί;
– Γιατί όταν είσαι γεμάτος δε μπορείς να πας ψηλότερα.  Το βάρος σε κρατάει κάτω.
– Το βάρος, όμως, σε κρατάει και κάτω.
– Αυτό δεν είπα;
– Το ξέρω.  Το σκέφτηκες καλά όμως;

Η αλήθεια είναι ότι δεν το είχα σκεφτεί.  Κάθησα δίπλα του.  Άνοιξε τα μάτια του, με κοίταξε, και μου είπε να αγναντέψουμε μαζί το δρόμο που είχα κάνει.  Σιγά-σιγά άρχισα να βλέπω ταινία τις εικόνες του μυαλού μου, να προβάλλονται στο πανί του ουρανού.  Ο ήχος ήταν απών.  Το μόνο που υπήρχε ήταν η φωνή δίπλα μου που όμως ακουγόταν χωρίς ο μοναχός να μιλάει.

«Ξέρεις, δεν πρέπει να αδειάζεις.  Πρέπει μόνο να κάνεις χώρο.  Να βάλεις το μικρό αρχειοθέτη του μυαλού σου να κατηγοροποιήσει τα πάντα και να πετάξει όλα τα διπλά ή όσα δεν έχουν διαβαστεί πάνω από μία φορά.  Πρέπει να πετάξεις όσα δε χρειάζεσαι και μετά να μην τα αφήσεις να επιστρέψουν.  Να κάνεις χώρο για τα νέα.  Και τότε θα είσαι πιο ελαφρύς από ποτέ.  Η θέληση για το νέο είναι πιο ελαφρυά από ο,τιδήποτε παλιό και από όσο κενό και να έχεις.»

Κάπου εκεί η προβολή σταμάτησε.  Έκλεισε ξανά τα μάτια του και μου είπε να σηκωθώ.  Του ζήτησα να μείνω λίγο ακόμα μαζί του.  Μου είπε ότι μπορώ να μείνω όσο θέλω, αλλά το μόνο που θα πάρω είναι άλλη μία κουβέντα.  Μου είχε πει όσα χρειαζόμουν να ακούσω.  Τα υπόλοιπα θα τα ανακάλυπτα στο δρόμο.

Δεν ξέρω πόσος χρόνος πέρασε, αλλά σε κάποια στιγμή ασυναίσθητα σηκώθηκα κι άρχισα να κατηφορίζω προς τον πολιτισμό.  Πριν δω τον πρώτο άνθρωπο, μια ξένη φωνή ακούστηκε πάλι στο μυαλό μου: «μείνε λογικός.»  «Δε μπορώ,» απάντησα.  «Τότε μείνε σώος.»  Έκανα ένα νεύμα στο άπειρο, χαμηλώνοντας το κεφάλι μου.  Αυτό μπορούσα τουλάχιστον να το προσπαθήσω.

Το ταξίδι της επιστροφής φάνηκε, ως συνήθως, στιγμιαίο.  Το κλειδί στην πόρτα γύρισε ξεκούραστα.  Και η σκόνη στα έπιπλα το μόνο που έδειχνε ήταν την ανθεκτικότητά τους και την κρυμμένη γοητεία του γνωστού που δε σε έχει εγκαταλείψει ποτέ.

Ίσως τελικά αυτό που ξεκίνησε λίγο καιρό πριν για όλους μας και λίγο περισσότερο για μένα είναι σαν τον καρκίνο: ο μόνος τρόπος να σου δώσει ελπίδα ότι απελευθερώθηκες πλήρως είναι να σου αφαιρέσουν το όργανο.  Και δεδομένου ότι το όργανο που θα πρέπει να μου αφαιρέσουν εμένα είναι κάτι σχετικά μεγάλο ανάμεσα στα αυτιά μου (και δεν εννοώ τη μύτη μου) λέω να μην κάνω κάτι και να αρνηθώ τη θεραπεία.  Θα μείνω σώος.

Και γιατί κούκου το εγκόσμιο μήνυμα της επιστροφής;  Γιατί μπορεί άλλοι να κελαηδούν, αλλά εμείς λαλάμε στο twitter. Και όταν δε λαλάμε βγάζουμε λίνκια:

Εμείς επιστρέψαμε.  Σειρά σας.  Σίγουρα θέλουμε να είστε εδώ, αλλά αν δεν επιστρέψετε δε θα κλάψουμε και πολύ, σας προειδοποιούμε.  Ο μοναχός είχε δίκιο: είμαστε σώοι.

Ζεν.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: