Το Εγκεφαλογράφημα

24 Δεκεμβρίου, 2008

Ο καρδιολόγος ήταν κατηγορηματικός. Το εγκεφαλογράφημα έπρεπε να γίνει. Η προ-παραμονή των  Χριστουγέννων είχε φτάσει (χτες, δηλαδή) και δεν πήγαινε άλλο, έπρεπε να βγάλω μια άκρη. Θα έκανα το εγκεφαλογράφημα, θα το πήγαινα στον καρδιολόγο, θα μου έλεγε τι να κάνω και τέλος. Μετά θα επέστρεφα σπίτι για μελομακάρονα και τρυφερούς εναγκαλισμούς με το γιορτινό πνεύμα.

Η εξέταση θα γινόταν σε ένα διαγνωστικό κέντρο στην Κηφισίας. Έφτασα αργά το απόγευμα, μπήκα στην ουρά και περίμενα. Μετά από καμιά ώρα αμήχανης μεν, ουκ ανέμελης δε, αναμονής με φώναξαν. Η εξέταση ήταν πολύ απλή. Μου πέρασαν κάποια ηλεκτρόδια γύρω από το κεφάλι και άρχισαν να παίρνουν διάφορες μετρήσεις. Η όλη διαδικασία διήρκεσε πολύ λίγο και ήταν εντελώς ανώδυνη. Στο τέλος μου είπαν να περιμένω μέχρι να δακτυλογραφήσουν και τυπώσουν τα αποτελέσματα. Μετά από καμιά ώρα τα είχα στα χέρια μου. Τα πήρα και χωρίς να τα ανοίξω βγήκα στο δρόμο, όπου είχε αρχίσει ήδη να βρέχει. 

Χωρίς να θυμάμαι ακριβώς πώς, βρέθηκα καθισμένος σε ένα κοντινό καφέ. Άνοιξα το φάκελο με τα αποτελέσματα. Όλες οι μετρήσεις ήταν καλές και τα σχόλια του γιατρού φαίνονταν OK, αν εξαιρέσει κανείς μια παρατήρηση ότι κάποιες σκέψεις φαίνεται να έκλεβαν πολλή από την ενέργειά μου και ότι ο εγκέφαλός μου φαινόταν να είναι πολύ επικεντρωμένος πάνω σε αυτές. Η αλήθεια είναι ότι αυτό μου κίνησε την περιέργεια. Πήγα πίσω στο διαγνωστικό κέντρο και ζήτησα να μου δώσουν το οπτικό υλικό από την εξέταση, το οποίο έκαναν με το αζημείωτο, και αφού πρώτα με ανημέρωσαν ότι δεν υπήρχε γιατρός να το εξετάσει.

Επέστρεψα στο καφέ και άρχισα να κοιτάζω τις εικόνες που «φωτογράφιζαν» τη σκέψη μου. Στην πρώτη ματιά ήταν μόνο ένα τσούρμο από γράμματα σκόρπια, χωρίς καμιά συνοχή και σχέση που δε σχημάτιζαν καν λέξεις ή προτάσεις. «Άδικος κόπος», σκέφτηκα. Στην επόμενη ματιά όμως, διαπίστωσα ότι συγκεκριμένα γράμματα του λατινικού αλφάβητου σχημάτιζαν μικρές λέξεις με 3, 4 ή 5 γράμματα — λέξεις με πολύ λίγα φωνήεντα και που δε βγάζαν κανένα νόημα. Άρχισα να μετράω τις εμφανίσεις του κάθε γράμματος, μήπως και βγάλω καμιά άκρη: τα πιο κοινά γράμματα ήταν το «C» και το «J», ενώ τα υπόλοιπα είχαν πάνω κάτω την ίδια συχνότητα. Άκρη πάντως δεν έβγαζα. «W.T.F. ?», σκέφτηκα. Και τότε κατάλαβα. Ήταν αρκτικόλεξα. Εκεί ανέλαβε το υποσυνείδητο και αμέσως είδα το «C» να αναπτύσσεται σε «Conference» και το «J» σε «Journal». Α-χά. Εννοείται ότι στο επόμενο πέρασμα στον κατάλογο των λέξεων μέτρησα πολλές φορές τα ονόματα αρκετών συνεδρίων και περιοδικών της περιοχής του διδακτορικού μου. Κατάλαβα.

Έκλεισα το φάκελο με τις εξετάσεις και βγήκα στο δρόμο. Έπρεπε να πάω στον καρδιολόγο όσο το δυνατόν γρηγορότερα, μιας και η ώρα ήταν ήδη περασμένη. Είχαμε πολλά να πούμε και ήμουν σίγουρος ότι θα μας έπαιρνε αργά. Μόλις ανέβηκα στο γραφείο του όμως με περίμενε μια έκπληξη. Η πόρτα ήταν κλειστή και πάνω της βρισκόταν κρεμασμένο ένα σημείωμα:

«Απών λόγω αδείας».

Τζίφος. Έπρεπε να το είχα φανταστεί. 

Έκανα μεταβολή και έφυγα. Γύρισα σπίτι γρήγορα-γρήγορα, αλλά δε μπορούσα να ηρεμήσω με τίποτα. Άλλαξα ρούχα στα πεταχτά και ήμουν έτοιμος να βγω πάλι στο δρόμο. Βγαίνοντας από την πόρτα κόλλησα ένα σημείωμα:

«Άδειος λόγω απουσίας».

Έξω έβρεχε για τα καλά. Η προπαραμονή των Χριστουγέννων μόνο γαλήνη δε θα μου έφερνε. Πήρα τους δρόμους. Έπρεπε να περπατήσω.


Στον Καρδιολόγο

20 Δεκεμβρίου, 2008

Το ραντεβού είχε κλειστεί από μέρες. Ξεκίνησα λοιπόν την κανονισμένη ημέρα και ώρα για να επισκεφτώ τον καρδιολόγο Δρ. Βαλβίδα για ένα check-up. Πήρα το τρόλλεϋ λοιπόν και κατέβηκα στους Αμπελόκηπους όπου ήταν το ιατρείο. Στους δρόμους γινόταν χαμός, βαβούρα, βρισίδια, κόρνες και live-your-my-in-Greece καταστάσεις γενικότερα — if you know what I mean. Μόλις μπήκα στο ιατρείο αμέσως με διαπέρασε αυτή η εκκωφαντική σιωπή που επικρατεί σε όλα τα ιατρεία, που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη βαβούρα της Βασιλίσσης Σοφίας. Εκεί κάπου συνηδειτοποίησα ότι μάλλον προτιμώ τη βαβούρα. Για να μην τα πολυλογώ, στο ιατρείο με υποδέχτηκε η καλλίγραμμη, ντυμμένη και περιποιημένη στη  τρίχα γραμματεύς του ιατρού και με άφησε να περιμένω να έρθει η ώρα μου (να εξεταστώ από το γιατρό). Μετά από κανένα 10λεπτο, και ενώ είχα αφερεθεί σιγοτραγουδώντας το Sky Blue Sky, με φώναξε ο γιατρός:

– «Καλημέρα Δρ. Βαλβίδα».

– «Καλημέρα Δρ. Αφάνα. Καθίστε να σας εξετάσω.»

Έφερε τα εργαλεία του, με έβαλε να ξαπλώσω και άρχισε να με εξετάζει ποικιλοτρόπως. Μετά από 4-5 λεπτά έφτασε η ώρα του στηθοσκοπίου. Το ακουμπάει στην καρδιά μου και αρχίζει να αφουγκράζεται. Κουνάει δύσπιστα το κεφάλι του και αρχίζει να το ψάχνει περισσότερο. Περιττό να σας το πω, το περιττό έχει φτάσει ήδη κάλτσα.

– «Δρ. Αφάνα, πολύ φοβάμαι ότι πάσχετε από φύσημα. Ή μάλλον καλύτερα από ψυθίρισμα», μου λέει.

– «Μα τι λέτε τώρα γιατρέ;», του λέω. «Είστε σίγουρος;»

– «Μα ναι, ακούστε και μόνος σας», μου λέει και μου τείνει το στηθοσκόπιο.

Το ακουμπάω πάνω στην καρδιά μου και αφουγκράζομαι. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα άκουσα το αίμα να πάλλεται μέσα από τις βαλβίδες της καρδιάς ρυθμικά. Όντως ακουγόταν ένας περίεργος θόρυβος σα φύσιμα/ψυθίρισμα. Συγκεντρώθηκα περισσότερο, για να ακούσω καλύτερα. Μετά από λίγο ήταν πλέον ξεκάθαρο: οι ήχοι που ακούγονταν ήταν πέντε γράμματα. Όχι τυχαία γράμματα. Ήταν ένα όνομα. Γυναικείο. Που ήξερα καλά. Ξαφνικά πέρασαν μπροστά μου μία μία οι μέρες από τους Ολυμπιακούς της Αθήνας μέχρι και αυτούς του Πεκίνου. Καμία από αυτές δε συμπεριελάμβανε τους αγώνες. Μόνο στιγμές οικείες, γλυκές, τρυφερές, γεμάτες αγγίγματα και λόγια που δε μπορώ να διαγράψω με τίποτα. Στιγμές απλές και σύνθετες, έντονες και χαλαρές, κουρασμένες και ξεκούραστες, αγωνίας και βαρεμάρας, σε διάφορα μέρη της γης, μα με ένα συνδετικό στοιχείο: αυτό που δε μπορώ να εκφράσω με λόγια. Μάλλον, αυτό που δεν εκφράζεται με λόγια.

– «Γιατρέ που πάει όλο αυτό το αίμα από την καρδιά;»

– «Ξεκινάει από την καρδιά και από εκεί φτάνει σε ολόκληρο το σώμα. Διασχίζει τις αρτηρίες και φτάνει παντού. Δίνει ζωή, με λίγα λόγια, σε όλα τα μέρη του σώματος.»

– «Έτσι εξηγείται», σκέφτομαι. Ο μουσικοσυνθέτης που κρύβεται στο μυοκάρδιό μου κάτι ξέρει παραπάνω προφανώς. Για μερικά δευτερόλεπτα νιώθω κενός, να απομακρύνομαι από το δωμάτιο και να γίνομαι όλο και μικρότερος. Παύω να υπάρχω συνειδητά.

– «Θέλει προσοχή», με ξυπνάει ο γιατρός και με επαναφέρει στην πραγματικότητα.

– «Πρέπει να φύγει το φύσημα, γιατρέ;»

– «Όχι απαραίτητα. Θα πρέπει να κάνετε μερικές εξετάσεις περαιτέρω και μετά θα δούμε τι είναι καλύτερο να γίνει. Κατ’ αρχήν πρέπει να κάνετε ένα εγκεφαλογράφημα, για να δούμε κατά πόσο το μυαλό επηρρεάζει ή επηρρεάζεται από αυτό. Δεν είναι κάτι επείγον πάντως. Περάστε στη γραμματέα μου να σας πεί τις λεπτομέρειες για τις εξετάσεις.»

– «Ευχαριστώ.»

– «Να ‘στε καλά» μου λέει και με συνοδεύει έξω.

Η γραμματέας μου γράφει τις εξετάσεις και μου τις δίνει. Καθώς φεύγω σηκώνει το βλέμμα τις από το Marie Claire που είχε αρχίσει να διαβάζει ευθύς αμέσως και μου απευθύνεται με ένα τρομακτικό και σινάμα συμβουλευτικό τόνο:

– «Δρ. Αφάνα!». Το Marie Claire στέκει σαν ευαγγέλιο μπροστά της.

– «Ναι;»

– «Ο Arthur Schopenhauer ήταν ένας άντρας με πάθος. Εσείς.»

Το προσπερνάω προς το παρόν. Στο μυαλό μου εναλλάσεται ο ήχος του στηθοσκοπίου και το επερχόμενο εγκεφαλογράφημα. Πρέπει να βιαστώ.


Λάθος χρονισμός

10 Νοεμβρίου, 2007

Δε στο έχω πει, αλλά τα πράγματα όπως τα ήξερες δεν έχουν αλλάξει και πολύ. Οι σκέψεις μου δηλαδή είναι πάνω-κάτω ίδιες. Πώς ήταν αυτό που σου έλεγα, ότι αν δεν αλλάξεις την κατάσταση τότε η κατάσταση θα μείνει ίδια; Κάπως έτσι. Ακόμα ξυπνάω στο ίδιο μέρος, ακόμα με τις ίδιες σκέψεις. Δεν είναι ότι θα ήθελα κάτι διαφορετικό. Ίσως λιγότερες σκέψεις, αλλά το μυαλό μου ξέρεις ότι δουλεύει από μόνο του και μερικές φορές δεν το ελέγχω και πολύ. «Ένα ακόμα πράγμα που δεν έχει αλλάξει,» θα μου πεις. Και θά’χεις δίκιο. Ακόμα είσαι εκεί. Συνέχεια.

Είναι σαν ένα B-side του αγαπημένου σου συγκροτήματος από ένα single που δεν ήξερες ότι έχεις και που είναι καλύτερο από το A-side. Και παίζει σε repeat.

Πώς το είχε πει ο Wonka; «We are the music makers, we are the dreamers of our dreams.» «Dreamers of our dreams» είχε πει στο δεύτερο, όχι «makers.» Δε στο είπα ακόμα κι αν το πρόσεξα από την πρώτη στιγμή σε εκείνο το ροζ χαρτί στον τοίχο σου, γιατί μου άρεσε η παραλλαγή. Φαντάσου τώρα να γυρίζω πίσω μετά από το μεγάλο ταξίδι, να ανοίγω το σπίτι, να πηγαίνω στο δωμάτιο που είχες αφήσει τα πράγματά σου και να βλέπω ότι από όλα όσα θα μπορούσαν να έχουν φύγει χωρίς να ξαναδώ, έχει μείνει πίσω η λάμπα που είχες δίπλα στο κρεβάτι.

Είναι σαν την ευτυχία της άγνοιας και την πρώτη βροχή που λιώνει τα πεσμένα φύλλα στο δρόμο.

Θα με ρωτήσεις γιατί ανακατεύω πάλι την τράπουλα αφού δε θα παίξεις. Γιατί δεν δίνω μια ευκαιρία στον εαυτό μου να κάνει κάτι περισσότερο που δε θα έχει συνδυασμούς, χρώματα και νούμερα. Δε θα έχει κανόνες, ημερομηνία λήξης, στοιχήματα κι ένθερμους ή μη υποστηρικτές. Που θα έχει δύο συμπαίκτες κι αντιπάλους συνάμμα, όπως πρέπει να έχουν όλα όσα παίζονται μ’αυτή την τράπουλα. Μα, έχει. Μου το είχες πει σ’ένα τραπέζι ότι δεν είμαστε πρόβλημα ο ένας του άλλου. Ποιος μίλησε για πρόβλημα; Και ποιος μίλησε για παιχνίδι;

Είναι σαν την πρώτη γουλιά από ένα μπουκάλι από το αγαπημένο σου λευκό κρασί. «Υγεία.»

Ξέρω ότι θα το διαβάσεις αυτό. Ή μάλλον, ξέρεις πως το αγύριστο κεφάλι μου πιστεύει ότι ξέρω περισσότερα από όσα θέλεις να παραδεχτείς. Κι είναι μικρή η πιθανότητα, δε λέω (0.0001%; κάπου εκεί — τα μαθηματικά μου μέσα και της γης τον άξονα), αλλά ακόμα δε φαντάζει μηδενική. Κι αυτό είναι που παλεύω. Τα πάντα είναι τόσο γνώριμα και τόσο ανούσια την ίδια ώρα. Μερικές φορές νομίζω ή ότι τα μάτια μου είναι τώρα δανεικά, ή ότι μου τα είχαν δανείσει τόσο καιρό και τώρα τα ζήτησαν πίσω. Δεν έχει διαφορά, δότης ή δέκτης είναι το ίδιο πρόσωπο. Κι αυτή η ταύτιση στη δυϊκότητα είναι ο λόγος που δε θα μηδενίσει ποτέ την πιθανότητα.

Είναι σαν τη μόνη σωστή χρήση του «ποτέ.» Και σαν το λάθος του μονόπλευρου ορισμού του.


Εισαγωγές χωρίς συνέχεια #2

28 Οκτωβρίου, 2007

Δεν ήταν τόσο η σταύρωση, όσο το κρέμασμα.

Όσο μας κάρφωναν στο ξύλο, ο πόνος δεν ήταν μεγάλος. Όταν όμως έβαλαν το σταυρό στην τρύπα του και μας σήκωσαν, έπρεπε να είμαστε πραγματικά κρεμασμένοι από τα καρφωμένα χέρια μας. Τότε ο πόνος έγινε αφόρητος. Ήμουν κουρασμένος από το κουβάλημα και την αιμορραγία. Ανεβαίνοντας το λόφο ο σταυρός ήταν από το μέρος μου και αυτό έκανε τους βλάχους πιο επιθετικούς με τα δικά μου πλευρά, ακόμα κι αν το ακάνθινο στεφάνι το φορούσε Εκείνος.

Ένιωσα το κεφάλι Του να γέρνει στα αριστερά αλλά μόλις κατάλαβε το βλέμμα μου πάνω Του πήρε πάλι την πόζα του κινηματογραφικού αστέρα που σίγουρα θα γινόταν κάποια στιγμή, και μου έκλεισε το μάτι. «Εντάξει, το ξέραμε ότι θα γινόταν αυτό.» Δε μπορούσα να διαφωνήσω. Όλα είχαν πάει σύμφωνα με το σχέδιο και με εξαίρεση την τελευταία εβδομάδα περάσαμε καλά.

Γύρισε το βλέμμα του στον ουρανό και ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στο πλήθος φώναξε «Hλί, ηλί, λαμά σαβαχθανί… E ρε φίλε, γιατί;» Ο σιαμαίος αδερφός μου, ο γιός του Θεού. Εξυπνάκιας μέχρι το τέλος.

[Ναι, ΟΚ, και η αϋπνία συνεχίζεται. Αλλά κάτι μου λέει ότι ίσως και να το παρατραβάω με το περιεχόμενο, οπότε μάλλον θα βάλω ένα φίλτρο στο τι ανεβαίνει.]


Εισαγωγές χωρίς συνέχεια

2 Οκτωβρίου, 2007

Τον έσπασαν στο ξύλο όπως τον τραβούσαν έξω από την εκκλησία, αμέσως αφότου τον είδαν να τρέχει στο ιερό και να αλλάζει το κρασί και τον άρτο της κοινωνίας με ένα μπουκάλι ουίσκι και φυστίκια. Αλλά δεν ένιωσε σχεδόν τίποτα γιατί είχε φροντίσει να φορέσει ό,τι φοριέται μέσα από το μαύρο μακρύ παλτό του, κι η αδρεναλίνη του θα άφηνε ακόμα και σφαίρα παραπονεμένη όταν θα αποτύγχανε να του θυμίσει ότι του έχει σκίσει τα σωθικά. Το φθινόπωρο είχε έρθει και ένα κρύο ψιλόβροχο έπεφτε στο προαύλιο, δροσίζοντας το αίμα από την πληγή που άνοιξε όταν μια γιαγιάκα του έχωνε μια τελευταία μαγγουριά λίγο πριν τον φτύσει ο αριστερός ψάλτης.

Ήταν ζωντανός κι ένιωθε αλώβητος κι ανίκητος όταν ο δεύτερός του άνεμος φύσηξε και του’δωσε την ορμή να αρχίσει να τρέχει και να χαθεί στα δέντρα του απέναντι πάρκου όσο οι σειρήνες πλησίαζαν.

Η πρώτη του επιτυχία είχε καταγραφεί. Ο πόλεμός του ενάντια σε κάθε δυνάστη είχε ξεκινήσει. Κι είχε άρχισει εμφατικά από τον μεγαλύτερο απόντα: το Θεό.

[Μερικές φορές απλά εμφανίζονται ολόκληρες παράγραφοι μπροστά μου, χωρίς να το έχω προσπαθήσει ή να το περιμένω. Συμβαίνει όλο και συχνότερα. Κατηγορώ την έλλειψη ύπνου. Βλακείες είναι συνήθως, αποφάσισα όμως να προσπαθήσω να τις θυμάμαι. Οπότε, ναι… αυτά. Sorry!]


Ένα για το δρόμο

17 Σεπτεμβρίου, 2007

Οπότε τώρα βγήκες στο δρόμο ξανά, ναι; Τι είναι, επιστροφή ή φευγιό; Μάλλον μόνο εσύ το ξέρεις. Ξέρω ότι θα κάνεις την ερώτηση όταν η πόρτα κλείσει πίσω σου, αλλά δεν ξέρω αν θα τη διαβάσεις από δω. Δεν πειράζει όμως, ό,τι ήταν να μάθεις το έμαθες. Κι ό,τι ήταν να κάνω το έκανα, όσο μπορούσα.

Θυμάσαι τι σου είπα για την πόλη; Έχει μυαλό δικό της. Σήμερα φόρεσε τα μαύρα της, αλλά με ένα πρόστυχο σκίσιμο στο πόδι. Είναι λυπημένη αλλά δεν έχει παραιτηθεί. Θέλει να την κοιτάξεις. Σαν μια άλλη φορά, όταν έφυγε και κάποια άλλη. Τότε που έκλαιγε. Εκεί όμως κράτησε μια πισινή. Κράτησε εσένα πίσω για να της μείνει λίγο γέλιο και να την προσέχεις. Σήμερα κρατάει εμένα.

Χτες το βράδυ, στο δρόμο για το σπίτι, μου είχε κολήσει ο Kerouac. Τι σπάνιο, θα μου πεις…

[…] I shambled after as I’ve been doing all my life after people who interest me, because the only people for me are the mad ones, the ones who are mad to live, mad to talk, mad to be saved, desirous of everything at the same time, the ones who never yawn or say a commonplace thing, but burn, burn, burn like fabulous yellow roman candles exploding like spiders across the stars […]

Αν κάποιος πρέπει να ευχαριστήσει, είμαι εγώ. Καλό δρόμο μικρή. Θα μας λείψεις.


Εκλογές απόντων

15 Σεπτεμβρίου, 2007

Είναι περίεργο. Λείπω τόσα χρόνια από την Ελλάδα, όσα πια από την πλειοψηφία του κόσμου θα χαρακτηριζόντουσαν ως «πολλά.» Για πολλοστή φορά μέσα σε αυτό το διάστημα δε μπορώ να είμαι πίσω στην πατρίδα για τις εκλογές. Την ίδια πατρίδα που ό,τι και να γίνει αύριο το βράδυ θα συνεχίσει να γελάει τις μικρές ώρες και να κλαίει τις μεγάλες.

Με απασχολεί πολύ η αδιαφορία του κόσμου. Σίγουρα έχει την πηγή της, μιας και από τα παραδοσιακά δύο μεγάλα κόμματα δεν περιμένει κανείς ουσιαστικές αλλαγές σε επίπεδο πολιτικής. Μόνο το χρώμα στα πανώ αλλάζει. Το τρίτο κόμμα, σα χαλασμένο γραμμόφωνο, λέει τα ίδια πράγματα και για αυτοχαρακτηριζόμενους προοδευτικούς φαντάζουν περισσότερο ακούνητοι από το βράχο του Γιβραλτάρ. Οι ριζοσπάστες προσπαθούν, αλλά καλό είναι να μάθουν κι αυτοί γιατί προσπαθούν. Ο ελιτισμός είναι ως επί το πλείστον αποδεκτός, κατανοητός, και σεβαστός μόνο από τους υπόλοιπους ελιτιστές. Δεν υπάρχει οικουμενικότητα σε κάτι τέτοιο. Οι ανησυχητικές επόμενες υπάρξεις είναι το απαραίτητο καρκίνωμα της κοινωνίας. Θα εμφανιστούν και θα πάρουν κόσμο μαζί τους.

Δε θα πω πολλά άλλα, σε μεγάλο βαθμό γιατί δεν έχω το λέγειν για ένα τέτοιο θέμα. Το μόνο που θα δανειστώ το είχε πει ο Αριστοτέλης: ο άνθρωπος είναι πολιτικό και κοινωνικό ον. Ονειρεύομαι τη στιγμή που θα μπορέσω να γυρίσω σε μία χώρα που η κοινωνία και η Πολιτεία στην οποία θα υπάρχω θα ξεφύγει από τις επιταγές της οργανωμένης και στείρας ιδεολογίας. Την κατάσταση που θα εναλάσσεται και δε θα είναι στάσιμη. Το ψηφοδέλτιο που θα έχει πρόσωπα κι όχι εμβλήματα και χρώματα.

Δεν περιμένω να σχολιάσει κόσμος και δεν έχω και καμία διάθεση να γίνει συζήτηση περί πολιτικών πεποιθήσεων μέσα από ένα blog. Από τη θέση μου είναι όλα δεκτά και σεβαστά, αρκεί να υπάρχει η διεργασία δημιουργίας τους. Κοινώς, η σκέψη. Η αποχή δεν είναι λύση, είναι αποφυγή. Οπότε θα παραπέμψω στο μυαλό και στο χέρι σας.

Καλή ψήφο.