Χουμφ

7 Αύγουστος, 2010

…ίσως, λέω ίσως, να ενημερωθεί ξανά το παρόν.  Έχει πολύ κόσμο εδώ γύρω και βαριέμαι. Από την άλλη δεν ξέρω γιατί με πιάνει η πρεμούρα για ανανέωση κάθε φεστιβάλ. Προβλέψιμα απρόβλεπτο ή απρόβλεπτα προβλέψιμο; Αν δεν το κατεβάσω μέσα στις επόμενες λίγες ημέρες, μπορεί. Αυτά.

Σας φιλώ σταυρωτά στα μούτρα.

Advertisements

Arsebanging Friday #κούκου

14 Αύγουστος, 2009

Η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενα.

Ξέρετε, είχα πάει διακοπές για λίγο (ως αρκετό) καιρό στην Ινδία και στη γύρω χώρα.  Προσγειώθηκα στις Μαλδίβες στον Ινδικό Ωκεανό για ολιγοήμερη ανάπαυση στα γαλανά νερά, πριν περάσω στην ενδοχώρα μετά από μία μικρή στάση στη Σρι Λάνκα.  Από εκεί πέρασα στο Μαδράς ή Τσενάϊ όπως το λένε τώρα μιας και, ως λάτρης της μουσικής, ήθελα να νιώσω τα τελευταία hits του Kollywood (το Bollywood είναι πολύ mainstream για τα indie γούστα μου).  Απορρόφησα την κάθε νότα και τσιριχτή συλλαβή που έβγαινε από το στόμα καλλίγραμμων γυναικών, και γεμάτος μελωδίες αποφάσισα να διασχίσω τη χώρα.

Πήρα το τρένο των διακοσίων θέσεων μαζί με άλλους χίλιους Ινδούς και τριακόσιες περίπου κότες και διέσχισα όλη τη χώρα με μία στάση στο Χαϊντεραμπάντ για τσάϊ και κουλούρια. Ο τελικός προορισμός μου ήταν η παλιά Βομβάη, το Μουμπάϊ, γιατί είχα ανάγκη να νιώσω μικρός κι ασήμαντος — και με 19 εκατομμύρια ψυχές σε 1000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, μόνο έτσι μπορούσα να νιώσω.  Περιπλανήθηκα στην παραγκούπολη και αγόρασα χάντρες και μαγικά φίλτρα μέσα σε έναν υπόνομο στον οποίο, παραδόξως, έπρεπε να ανεβείς κάτι σκάλες για να φτάσεις.  Μετά, μέσα σε γαλήνια ηρεμία, προχώρησα βόρεια προς το Νέο Δελχί ακολουθώντας από ένα σημείο και μετά το Γάγγη και από εκεί συνέχισα προς το Κασμίρ παρέα με έναν Πακιστανό κι έναν Ινδό οι οποίοι κατάλαβαν ότι δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν.  Παρέβησαν κάθε τους αρχή όταν τους κέρασα μία μπύρα, και παρέα πήγαμε στο Νεπάλ πριν με αφήσουν στα σύνορα με το Θιβέτ.  Το υπόλοιπο ταξίδι έπρεπε να το κάνω μόνος.

Όταν έφτασα εκεί η έκπληξη ήταν μεγάλη.  Η ηρεμία ήταν παντού.  Ακόμα και ο άνεμος που σε χτυπούσε από παντού το έκανε χωρίς να το καταλάβεις.  Περπάτησα για λίγο μέσα στα δάση στους πρόποδες των Ιμαλαϊων και άρχισα σιγά-σιγά την ανάβαση με μόνη παρέα το πιστό μου φλασκί.  Όπως περπατούσα είδα ένα μοναχό να κάθεται στη στάση του λωτού με κλειστά τα μάτια.  Πήγα κοντά του.  Πριν μιλήσω μου μίλησε αυτός:

– Σε περίμενα.
– Σίγουρα εμένα;
– Δεν περνάει πολύς κόσμος από εδώ.
– Το φαντάζομαι.
– Έκανες το ταξίδι σου;
– Το κάνω τώρα.
– Σε γεμίζει;
– Με αδειάζει.
– Θα γεμίσεις ξανά όμως;
– Όχι.
– Ακόμα κι αν σου το ζητήσουν;
– Όχι.
– Γιατί;
– Γιατί όταν είσαι γεμάτος δε μπορείς να πας ψηλότερα.  Το βάρος σε κρατάει κάτω.
– Το βάρος, όμως, σε κρατάει και κάτω.
– Αυτό δεν είπα;
– Το ξέρω.  Το σκέφτηκες καλά όμως;

Η αλήθεια είναι ότι δεν το είχα σκεφτεί.  Κάθησα δίπλα του.  Άνοιξε τα μάτια του, με κοίταξε, και μου είπε να αγναντέψουμε μαζί το δρόμο που είχα κάνει.  Σιγά-σιγά άρχισα να βλέπω ταινία τις εικόνες του μυαλού μου, να προβάλλονται στο πανί του ουρανού.  Ο ήχος ήταν απών.  Το μόνο που υπήρχε ήταν η φωνή δίπλα μου που όμως ακουγόταν χωρίς ο μοναχός να μιλάει.

«Ξέρεις, δεν πρέπει να αδειάζεις.  Πρέπει μόνο να κάνεις χώρο.  Να βάλεις το μικρό αρχειοθέτη του μυαλού σου να κατηγοροποιήσει τα πάντα και να πετάξει όλα τα διπλά ή όσα δεν έχουν διαβαστεί πάνω από μία φορά.  Πρέπει να πετάξεις όσα δε χρειάζεσαι και μετά να μην τα αφήσεις να επιστρέψουν.  Να κάνεις χώρο για τα νέα.  Και τότε θα είσαι πιο ελαφρύς από ποτέ.  Η θέληση για το νέο είναι πιο ελαφρυά από ο,τιδήποτε παλιό και από όσο κενό και να έχεις.»

Κάπου εκεί η προβολή σταμάτησε.  Έκλεισε ξανά τα μάτια του και μου είπε να σηκωθώ.  Του ζήτησα να μείνω λίγο ακόμα μαζί του.  Μου είπε ότι μπορώ να μείνω όσο θέλω, αλλά το μόνο που θα πάρω είναι άλλη μία κουβέντα.  Μου είχε πει όσα χρειαζόμουν να ακούσω.  Τα υπόλοιπα θα τα ανακάλυπτα στο δρόμο.

Δεν ξέρω πόσος χρόνος πέρασε, αλλά σε κάποια στιγμή ασυναίσθητα σηκώθηκα κι άρχισα να κατηφορίζω προς τον πολιτισμό.  Πριν δω τον πρώτο άνθρωπο, μια ξένη φωνή ακούστηκε πάλι στο μυαλό μου: «μείνε λογικός.»  «Δε μπορώ,» απάντησα.  «Τότε μείνε σώος.»  Έκανα ένα νεύμα στο άπειρο, χαμηλώνοντας το κεφάλι μου.  Αυτό μπορούσα τουλάχιστον να το προσπαθήσω.

Το ταξίδι της επιστροφής φάνηκε, ως συνήθως, στιγμιαίο.  Το κλειδί στην πόρτα γύρισε ξεκούραστα.  Και η σκόνη στα έπιπλα το μόνο που έδειχνε ήταν την ανθεκτικότητά τους και την κρυμμένη γοητεία του γνωστού που δε σε έχει εγκαταλείψει ποτέ.

Ίσως τελικά αυτό που ξεκίνησε λίγο καιρό πριν για όλους μας και λίγο περισσότερο για μένα είναι σαν τον καρκίνο: ο μόνος τρόπος να σου δώσει ελπίδα ότι απελευθερώθηκες πλήρως είναι να σου αφαιρέσουν το όργανο.  Και δεδομένου ότι το όργανο που θα πρέπει να μου αφαιρέσουν εμένα είναι κάτι σχετικά μεγάλο ανάμεσα στα αυτιά μου (και δεν εννοώ τη μύτη μου) λέω να μην κάνω κάτι και να αρνηθώ τη θεραπεία.  Θα μείνω σώος.

Και γιατί κούκου το εγκόσμιο μήνυμα της επιστροφής;  Γιατί μπορεί άλλοι να κελαηδούν, αλλά εμείς λαλάμε στο twitter. Και όταν δε λαλάμε βγάζουμε λίνκια:

Εμείς επιστρέψαμε.  Σειρά σας.  Σίγουρα θέλουμε να είστε εδώ, αλλά αν δεν επιστρέψετε δε θα κλάψουμε και πολύ, σας προειδοποιούμε.  Ο μοναχός είχε δίκιο: είμαστε σώοι.

Ζεν.


Arsebanging Friday # I accidentally the whole post!

20 Φεβρουαρίου, 2009

Αυτό, αυτό και μετά αυτό. Τέλος.


Arsebanging Friday # mental-penetration-for-the-masses

13 Φεβρουαρίου, 2009

Όταν κατάλαβε πόσο άγαρμπα είχε κουνήσει τον αγκώνα του ήταν αργά. Η Πάτυ είχε ξυπνήσει. Οι πρώτες αχτίδες του ηλίου, ως άλλο φως αληθινό, έσωσαν τον Προκόπη από τα αμήχανα, ολόμαυρα μάτια της Πάτυς. Τα επόμενα 27 δευτερόλεπτα κύλησαν σιωπηλά. 

Ο Προκόπης άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, αλλά δεν πρόλαβε. Η Πάτυ του το έκλεισε με ένα γλωσσόφιλο. «Ας αφήσουμε τα λόγια για μετά,» του είπε, του έκλεισε το μάτι, και σηκώθηκε από το κρεββάτι. Το βλέμμα του Προκόπη έπεσε στο τατουάζ της, στρατηγικά τοποθετημένο στο μέρος που η πλάτη αλλάζει όνομα (και δε γίνεται σβέρκος). Μια συστάδα από παράλληλες γραμμές προκαλούσε το θεατή να τις αποκρυπτογραφήσει. Ο Προκόπης αποφάσισε ότι ο μόνος τρόπος λύσης του δεσμού ήταν να διαγράψει όλες τις γραμμές του παρελθόντος με μία, μοναδική, διαγώνιο. Ήταν αυτή η διαγώνιος.

Όταν η Πάτυ βγήκε από το δωμάτιο, τα μάτια του Προκόπη έπεσαν στα σκόρπια ρούχα και εσώρουχα στο πάτωμα του δωματίου. Αποφάσισε μετά από πολύ καιρό ότι αυτό το πρωινό δε θα έβλεπε τα emails του. Παρ’ όλα αυτά πήγε στον υπολογιστή για να βάλει λίγη μουσική. Πάτησε το κουμπί του shuffle, και μετά το play. Οι πρώτες νότες των Elbow δεν ήταν καθόλου τυχαίες. Το άφησε να παίζει κοιτώντας φωτογραφίες στον τοίχο από το δικό του παρελθόν. Κι αυτό ήθελε να το διαγράψει με την ίδια διαγώνια γραμμή. Τη σκέψη του διέκοψε το χτύπημα στην πόρτα.

Πάτυ: Να μπω;
Προκόπης: Θες;
Πάτυ: Το μόνο σίγουρο.
Προκόπης: Μπες. Τα σκυλιά είναι δεμένα, κι εγώ δε δαγκώνω.
Πάτυ: Μπα; Από πότε;

Χαμογέλασαν. Οι καφέδες στα χέρια της άχνιζαν. «Ωχ, είχα καφέ;» αναρωτήθηκε ο Προκόπης. «Γιατί, είχες και κανέναν να κεράσεις;» ανταπάντησε η Πάτυ. «Δε θα τα πάμε καλά εμείς οι δύο,» είπε ο Προκόπης. «Το ξέρω, καλά που το κατάλαβες κι εσύ.» Ο Προκόπης ξεφύσηξε με νόημα. «Το παρακάμπτω,» είπε. Και συμπλήρωσε «τι ώρα έχει πάει;» Το βλέμμα της Πάτυς διέσχισε τις φωτογραφίες του παρελθόντος του Προκόπη, κοντοστάθηκε σε κάποια που της έμοιαζε, και κατέληξε στο ρολόϊ. Τελευταία φορά που το κοίταξε ήταν 5:38 το πρωί.  Τώρα ήταν 1:18 το απόγευμα. «Πάμε για κανά brunch;» ρώτησε ο Προκόπης. «Ξέρω ένα ωραίο μαγαζάκι εδώ κοντά.»

Πάτυ: Θα πρέπει να ντυθούμε όμως.
Προκόπης: Εντάξει, δε χάλασε ο κόσμος αν αργήσουμε και δέκα λεπτά. Το μαγαζί δε φεύγει. 

Κάθησαν στο Hector’s κατά τις 3:00.

Το αυτί τους πήρε μία παρέα Ελλήνων στο διπλανό τραπέζι να συζητάει για αεροπλάνα και αεροπορικά δυστυχήματα. Ήταν ο Δρ. Χουζούρης και η ιπτάμενη παρέα του. «Τελικά δεν υπάρχει διαφυγή,» είπε η Πάτυ.  «Από τους Έλληνες;» εύλογα ρώτησε ο Προκόπης. «Όχι, από τα αεροπλάνα,» απάντησε όλο νόημα η Πάτυ.

Η καλλίπυγος, εξ άπω Ανατολής ορμώμενη, σερβιτόρα τους διέκοψε για να πάρει παραγγελία. Eggs benedict with salmon η Πάτυ, full Scottish breakfast ο Προκόπης, γιατί ένιωθε λίγο αδύναμος. «Και τι κάνουμε τώρα;» τη ρώτησε μέσα στην αδυναμία του.

Πάτυ: Μήπως να πούμε στους διπλανούς μας να μιλάνε πιο σιγά;
Προκόπης: Σε κάνουν να νιώθεις άβολα;
Πάτυ: Όχι, αλλά μου θυμίζουν τα αεροπλάνα.
Προκόπης: Τα αεροπλάνα έχουν πολλές θέσεις. Και πετάνε τακτικά.
Πάτυ: Ναι, αλλά σε κάθε θέση μόνος σου κάθεσαι.
Προκόπης: Και στη διπλανή θέση;
Πάτυ: Εξαρτάται… Πας ή έρχεσαι;
Προκόπης: Ή πηγαινοέρχεσαι.
Πάτυ: Ναι, αλλά αυτό είναι κουραστικό.

Η σερβιτόρα έσωσε την κατάσταση φέρνοντας την παραγγελία τους. Μετά τις πέντε πρώτες μπουκιές τα μαχαιροπήρουνα καταλάγιασαν.

Προκόπης: Πότε είπαμε πετάς;
Πάτυ: Έχω ανοιχτή επιστροφή.
Προκόπης: Για πόσο καιρό;
Πάτυ: Για όσο χρειάζεται.
Προκόπης: Καμιά εκτίμηση;
Πάτυ: Αν με ρωτούσες χθες το απόγευμα, θα σου έλεγα ένα βράδυ.
Προκόπης: Μα πέρασε ένα βράδυ.
Πάτυ: Τότε ένα βράδυ ακόμα.
Προκόπης: Fair enough.

Μέχρι να τελειώσουν το φαγητό δεν ξαναμίλησαν. Το φαγητό έφερε ποτό. Το ποτό έφερε ζάλη. Η ζάλη έλυσε τις γλώσσες. Οι λυμμένες γλώσσες αφού αντάμωσαν, ζήτησαν με μία φωνή το λογαριασμό.

Προκόπης: Νυχτώνει.
Πάτυ: Πρέπει να επιστρέψουμε.
Πρόκοπης: Στην πραγματικότητα;
Πάτυ: Όχι, στη νύχτα.
Προκόπης: Την τελευταία;
Πάτυ: Απλά την επόμενη. 

Φόρεσαν τα παλτά τους και με αργά βήματα προκαλώντας το χρόνο να τους ξεπεράσει, περπάτησαν προς το κέντρο.

«Πρέπει να πάω από το ξενοδοχείο να σουτάρω και τον Αυστραλό,» είπε η Πάτυ. «Το βράδυ λοιπόν,» απάντησε ο Προκόπης. «Το βράδυ.» Χώρισαν στην κορυφή της Frederick. Ο Προκόπης δεν πήγε αμέσως σπίτι. Έστριψε βόρεια, και πήγε στο λιμάνι να δει αν κουνιώνται οι βάρκες. Έπρεπε να διαλογιστεί. Όφειλε να διαλογιστεί.

(του μπι κοντίνιουντ)

Όπως κατάλαβες παιχνιδιάρη αναγνώστη μου, είμαστε κι εμείς παιχνιδιάριδες και κάναμε μία ακόμη συγγραφική παρτούζα. Αλλά δεν ήμασταν ντουέτο. Ήμασταν τρίο, είχαμε και Lucky Pierre: το Μπυρατή. Για λόγους πληρότητας αναφέρουμε και τους μαγικούς ζωμούς που μας έδωσαν ώθηση στη συγγραφή: πάντα χρειάζεται μια σαμπάνια Francois Dubois. Αλλά ακόμα περισσότερο χρειάζεται ένα Bulleit bourbon.


Arsebanging Friday # long-distance-callers-make-long-distance-calls

6 Φεβρουαρίου, 2009

Όσο και αν δεν το περίμενες ριψοκίνδυνε, αγέρωχε και θαρραλέε μου αναγνώστη, έφτασε και αυτή η βδομάδα στο τέλος της. Η πρώτη Παρασκευή του Φλεβάρη διανύει ήδη τις πρώτες ώρες της, πρόθυμη να φύγει άρων-άρων και να παραχωρήσει τη θέση της σε ένα παιχνιδιάρικο, ανέμελο και ζωηρό Σαββατοκύριακο, το οποίο, παρόλα αυτά, δεν είναι καθόλου διατεθειμένο να παραδοθεί εύκολα στις πρώϊμες ορέξεις του πρώτου τυχόντος arsebanger. Δια τούτο και θα πρέπει να είσαι υπομονετικός και επίμονος.

Ο δρόμος είναι γενικά ανηφορικός και η ανάβασή του δύσκολη. Αυτά σκεφτόμουνα επιστρέφοντας από το εργαστήριο στα Paraeksi Studios. Η φώτιση όμως δεν άργησε να έρθει. Αφού ο δρόμος είναι ανηφορικός, αυτό σημαίνει ότι αν τον πας ανάποδα, θα γίνει κατηφορικός. Ε? Λογικό δεν ακούγεται? Το αυτό αποφάσισα και εγώ λοιπόν. Θα προτιμήσω την κατηφορική οδό — θα φτάσω και πάλι εκεί που ξεκινάει ο ανήφορος δηλαδή. Και τότε βλέπουμε. Και ξεκίνησα. Δεν είχα προλάβει να να κάνω ούτε δέκα βήματα στον κατήφορο, όταν συνειδητοποίησα το αυτονόητο: όλες αυτές οι πινακίδες που στον ανήφορο τις έβλεπα ανάποδα (από πίσω), στον κατήφορο φαίνονται κανονικά. Η μπροστινή τους όψη είναι στέκεται μπροστά στα μάτια μου μεγάλη, φοσφωρίζουσα και ευδιάκριτη. Και όχι μόνο αυτό. Κάθε πινακίδα που βλέπω στο δρόμο μου, μου προσφέρει απλόχερα και από ένα link. Το περίμενες ε? Πονηρούλη… 

Για πάμε:

  • Αν νομίζετε ότι το σπίτι σας σας πνήγει που και που, δείτε και αυτό. Ίσως σας κάνει να αλλάξετε γνώμη.
  • Από μικρό και από χαζό μαθαίνεις την αλήθεια που λένε. Indeed.
  • Υπάρχει και αυτό βέβαια για τα μικρά. Αν και πιστεύω ότι οι δυσκοίλιοι θα το εκτιμούσαν περισσότερο…
  • Και μιας που το πιάσαμε το θέμα, ας προσθέσω και τη γιαπωνέζικη πινελιά. Ως συνήθως, κάνει τη διαφορά.
  • Και την τούρκικη. Γιατί όχι?
  • Να μου προσέχεις καλέ μου αναγνώστη, γιατί γνωρίζω ότι είσαι ευαίσθητος και αγαπησιάρης, ειδικά στα πρώτα σου βήματα. Η επιστήμη διαφωνεί. Να την ακούς.
  • Επειδή είμαι σίγουρος ότι το pong το κατέχεις, πάρε και μια πιο προχωρημένη version να κάψεις λίγο ακόμα από τον πολύτιμο (λέμε τώρα) χρόνο σου.
  • Πολλές φορές τα λόγια είναι περιττά. Αυτή είναι μία από αυτές.
  • Αυτή είναι άλλη μία.
  • Το φαγητό και ο ύπνος είναι το τελευταίο καταφύγιο. Το ξέρεις, φαντάζομαι. Ανυπομονώ να μάθω από πρώτο χέρι τι λέει ο συνδιασμός τους. Εννοείται, το έχω παραγγείλει και το περιμένω…
  • Για extreme περιπτώσεις, βέβαια, ίσως αυτό να είναι πιο αποτελεσματικό. Τώρα που το σκέφτομαι, ναι. Πρέπει να το δοκιμάσω.
  • Ε ναι, λοιπόν, περδικλώθηκα και έπεσα. Πρόβλημα? Ε? Πρόβλημα? Α πρόβλημα ε
  • Παίξε και λίγο γιουτιουμπικό street fighter. Όχι τίποτα άλλο, μη μας πεις και προβλέψιμους στο τέλος…
  • Μάθε τέχνη και άσ’ την. Και αν τα παίξεις, πιάσ’ την.
  • Αν πάλι, νομίζεις ότι δεν υπάρχει μέλλον ούτως ή άλλως, το ημερολόγιό σου μπορεί να σου αλλάξει άποψη…
  • Ιδού λοιπόν και η απόδειξη ότι μερικοί άνθρωποι έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο ακόμα και από σένα ταπεινέ μου arsebanger…
  • Και το καλύτερο για το τέλος. Is this real life?
  • Εδώ και κάμποση ώρα το παλιό γραμμόφωνο του Paraeksi Studios παίζει το Θωμά που Περιμένει. Ναι, a tango till they’re sore. Watch out for the confetti…

Ήμουν απλός, ταπεινός και φρόνιμος σήμερα. Αυτό τουλάχιστον οφείλεις να το παραδεχτείς. Εσύ, βέβαια, δε χρειάζεται να είσαι. See you on the dance floor…


Arsebanging Friday # fap-fap

30 Ιανουαρίου, 2009

Πέρασαν ίσα με 2-3 μέρες μέχρι ο Προκόπης να διηγηθεί τα νέα του στην παρέα του Παραέξι. Ακολούθησε μια τρίωρη ψυχοθεραπεία από τους έμπειρους — στη ζωή, τον έρωτα και τον αλκοολισμό — ξενιτεμένους επιστήμονες του Παραέξι και τα πράγματα μπήκαν στη θέση τους. Ναι, καλά το υποψιαστήκατε, ο Προκόπης έφυγε πιο μπερδεμένος και αρκετά πιο πιωμένος, απ’ ότι πήγε στα Paraeksi Studios. Αλλά δεν είχε και πολλή σημασία. Δώσε έμφαση στο «πολλή». Γιατί μια κάποια σημασία την είχε, όπως και να το κάνουμε. Έτσι και αλλιώς, όμως, μέχρι το ερχόμενο Σαββατοκύριακο δεν επρόκειτο να βγει με την Πάτυ (από το Αφροξυλάνθη), καθώς η τελευταία είχε επιστρατεύσει οποιαδήποτε υπαρκτή και ανύπαρκτη δικαιολογία για να αναβάλει την — οπωσδήποτε αναπόφευκτη — συναντησή τους. Και εσύ αναγνώστη μου που  περιμένεις με αγωνία να μάθεις τη συνέχεια της ιστορίας θα πρέπει να συνειδητοποιήσεις δύο πράγματα: αφενός, για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, το γυναικείο φύλο (ή έστω η εν προκειμένω αντιπρόσωπός του) απεχθάνεται να εκφραστεί στα ίσια (είτε θετικά είτε αρνητικά — λίγη σημασία έχει για την οικονομία της ιστορίας μας either way) και να βάλει τα πράγματα στη θέση τους από νωρίς. Αφετέρου, πρέπει να αποδεχτείς ότι έχεις να κάνεις με μέγιστους αυνανιστές σε αυτό το blog, που προτιμούν να σου αραδιάζουν ένα σωρό πίπες από το να τελειώσουν επιτέλους μια ιστορία στην ώρα τους, με ένα αξιοπρεπή τρόπο. Αν δεν το έχεις, επίσης, υποψιαστεί, γεγονός που θα με λυπούσε μέχρι μονορουφιξιωδούς αδειάσματος του ποτηριού με το ξενέρωτο λευκό κρασί που έχω μπροστά μου, όλες αυτές τις ημέρες ο Προκόπης ζει και αναπνέει μουρμουρίζοντας κάτι σαν προσευχή μέσα από τα δόντια του. And guess what, you were right there. Whoa-ho! Livin’ on a prayer! 

Μην είσαι αυστηρός απέναντί μας, παρ’ όλα αυτά, αγαπημένε μου αναγνώστη γιατί οι καιροί είναι χαλεποί. Όλοι οι άλλοι εκτός από τον υπογραφόμμενο και τον ως-άλλος-notis-κάνω-διεθνή-καριέρα-με-greeklish-nickname daskalos εξασκούν την αναγόμενη από-τέχνη-σε-επιστήμη και από-επιστήμη-σε-τέχνη πανάρχαια πρακτική της σαρκικής — ενίοτε και συναισθηματικής — συνευρέσεως, έστω και κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Φαντάζεσαι, φαντάζομαι: σχέσεις εξ’ αποστάσεως, σχέσεις με άτομα του ιδίου (ή ακόμα και απροσδιορίστου φύλου), σχέσεις με ηλικιακό χάσμα άνω της δεκαετίας, σχέσεις με άτομα άλλων φυλών, επαφές σε τριτοκλασσάτα ξενοδοχεία ημιδιαμονής ετσέτερα ετσέτερα (ναι, ό,τι φοβάστε για το ποιόν μας είναι μάλλον αλήθεια). Σε ότι αφορά τον υπογραφόμενο βέβαια, αυτό το fap-fap είναι τόσο εύηχο, όσο και εύκολο. Δύσκολο να αντισταθεί κανείς. Αν και κάνω φιλότιμες προσπάθειες — αν θέλετε με πιστεύετε. Α, και μια ακόμη παρατήρηση. Πριν το πρώτο ποτήρι με το ξενέρωτο λευκό κρασί ακόμα και ο τίτλος του post έμοιαζε δυσκολότερος ακόμα και από το να ζητήσω το τηλέφωνο της χαριτωμένης Γαλλίδας που δουλεύει στο Susie’s (για κακή μου τύχη βέβαια, εκεί πάω πάντα ξενέρωτος). Με το που ξεκίνησε το τρίτο όμως, οι λέξεις γράφονται από μόνες τους. Για δες κάτι πράγματα. Αν δεν τελειώσει το μπουκάλι νωρίς, μπορεί να σου γράψω και τη συνέχεια της ιστορίας του Προκόπη. Αλλά όχι. Αυτό θα έριχνε πολύ τα hits του παρόντος postός — γιατί οι περισσότεροι αναγνώστες μας κοιτάνε μόνο το πιο πρόσφατο για κάποιο λόγο. Anyway, ο χρόνος θα δείξει.

Α, θέλω και τη γνώμη σου σε κάτι άλλο: λες όταν λείπω από το γραφείο μου να κάθεται κάποιος άλλος στην καρέκλα μου? Και αν ναι, ποιος? Μπερδεμένο σε βλέπω. Ίσως μερικά links  να σου αλλάξουν γνώμη:

  • Όσο δε θέλω να το πιστέψω, άλλο τόσο θα με κάνει να αδειάσω μονορουφιξιωδώς το τέταρτο ποτήρι κρασί, το γεγονός ότι κοιτάς τον τίτλο του postός αυτού και αναρωτιέσαι που παραπέμπει. Ιδού. It’s OK. Everybody’s doing it.
  • Ένα close-up με τον ανυποψίαστο διδακτορικό φοιτητή αφημένο στη φροντίδα της μαμάς Επιστήμης & Έρευνας.
  • Μεγάλο πράγμα η ειλικρίνια.
  • Τελευταία είχα σχηματίσει την εντύπωση ότι τα ηχεία σε ένα σπίτι είναι παντελώς άχρηστα από τη στιγμή που υπάρχουν τα ακουστικά, με τα οποία ακούς ό,τι θες, σε όση ένταση θες, χωρίς να ενοχλείς τον ινδό συγκάτοικό σου. Αυτό ίσως με κάνει να αλλάξω γνώμη…
  • Όσες ώρες δεν τις περνάμε κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους του εργαστηρίου μας, αρεσκόμαστε στην εξερεύνηση της φύσης. Η τελευταία μας ανακάλυψη, όπως μπορείτε να φανταστείτε, φαντάζομαι, έχει δώσει τη λύση σε αρκετά προβλήματά μας.
  • Ήρθε η ώρα να μετρήσουμε τα δάχτυλά μας. Όποιος το έχει κοντό, απλά το τείνει προς τους υπόλοιπους, no worries.
  • Πάρε και το παιχνιδάκι σου, να κωλοβαρέσεις σαν άνθρωπος. Μόνο που αυτή τη φορά παίζεις απέναντι στον εαυτό σου. Μουαχαχαχαχα…
  • Οι μάχες μεταξύ των δύο φύλων αποκτούν νέες διαστάσεις στον αιώνα που διανύουμε. Γι’ αυτό και εμείς τις αποφεύγουμε συνειδητά. Περίπου.
  • Ως εκ του άνωθεν, επενδύουμε το χρόνο μας στην αναζήτηση της καλύτερης κούπας για καφέ. Εδώ, κάτι κάνουμε.
  • Μερικές φορές, απλά δε σε θέλει. Δε μπορείς να κάνεις πολλά γι’ αυτό.
  • Τελικά ο γιαπωνέζικος πολιτισμός είναι πραγματικά ανεξάντλητος. Έχω άδικο;
  • Οδηγός προς ναυτιλομένους. Αν και στο πέλαγος τα πράγματα είναι ΠΟΛΥ διαφορετικά.
  • Παίξε λίγο ακόμα, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι σου επιφυλάσσει το βράδυ της Παρασκευής.
  • Υποθετική (;) κατάσταση: έχεις καλέσει το κρυφό σου αίσθημα στο σπίτι (κεριά, ιστορίες κτλ) με σκοπό να το κάνεις φανερό — και δικό σου. Έχεις πιεί 2-3 ποτάκια ήδη για να χαλαρώσεις και να μπορέσεις να εκφράσεις τα ενδόψυχά σου. Και τότε έρχεται η ώρα να της φτιάξεις ποτό. Δυστυχώς, για σένα, έχεις πιει όμως λίγο παραπάνω και πάνω που πας να της βάλεις πάγο, κάνεις όλη την κουζίνα $#!#@!&. Η κοπελιά καταλαβαίνει ότι είσαι γκολ, φοράει το παλτό της και φεύγει. Με λίγα λογια, ήττα. Όχι πια. Υπάρχει αυτό. Και αν δεν κάτσει το κορίτσι, τουλάχιστον θα πιεις ένα ποτό σαν άνθρωπος. Λίγο είναι αυτό;
  • Να σε μορφώσω και λίγο. Ιδού πως λειτουργούσαν οι φάροι των σωβιετικών. Ε? ε?
  • Βιντεάκια με ζώα. Πόσο κακό μπορεί να είναι;
  • Τελευταία σιγοτραγουδάω συνεχώς αυτό (για λόγους πολύ άσχετους με το video). Δε θέλω να σε ρίξω όμως, γι’ αυτό θα σου παίξω κάτι πιο ανθρώπινο. Μάλλον ένα από τα λίγα τραγούδια που μου αλλάζει τη διάθεση σε χρόνο dt. Εντζόϋ.

Όλα καλά λοιπόν. Αύριο ξημερώνει μια νέα μέρα και θα κάνω όλα όσα δεν τόλμησα να κάνω σήμερα. Rofl. Fap-fap. Rofl.


Arsebanging Friday # living-on-a-prayer

23 Ιανουαρίου, 2009

Το παρόν ποστ είναι άλλη μία συγγραφική παρτούζα μεταξύ των δύο γνωστών αγνώστων ξυγγραφέων του μπλόγκ, του Δρ. Αφάνα και του Δασκάλου.  Μετά από τόσες παρτούζες κάποιοι κακκεντρεχείς αγάμητοι ίσως μας πουν μπούστηδες, but that we can bear (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!). Η συνεύρεσις όμως ήτω απαραίτητη για να μοιραστούμε μία ιστορία μαζί σας, γιατί η ιστορία is gasping for air (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!). Και τι πιο φυσικό από το να επιλέξουμε αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας και με εσάς, αλλά και με τα παλαιά μέλη, μιας και δεν είμαστε πια όλοι στο Εδιμβούργο and that’s not fair (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!). Δυστυχώς αυτή τη φορά δεν είχαμε σαμπάνια, αλλά ένα old-fashioned bourbon, a whiskey from the frontier (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!). Ξεκινάμε αμέσως, λοιπόν, χωρίς φόβο, με πολύ πάθος, και ακόμα περισσότερο flair (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!)…

Ο άνεμος λυσσομανούσε εκείνη τη νύχτα στο Εδιμβούργο κάνοντας τις νιφάδες του χιονιού να χορεύουν πρόστυχα στο πέρασμά του.  Όπως θα έλεγαν και οι ντόπιοι, «what’s up with that motherfucking air?»  (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!). Ο ήρωας της ιστορίας μας, ας τον πούμε Προκόπη, σαν τον υπουργό Εσωτερικών μας, το καμάρι μας, το λεβέντη μας, τον κουμανταδόρο μας, περπατάει αμέριμνος στο δρόμο, με τα ακουστικά του εμ-πι-θρι-όφωνου στ’ αυτιά, ακούγοντας ένα καταπληκτικό τραγούδι που σημαδεύει τη ζωή των πάντων, και σκεπτόμενος με τα φτωχά αγγλικά του «man, that’s a kick-ass song, I swear» (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!). Πήγαινε να βρεί τους Αυστραλούς φίλους του, μακρυά από την καθημερινή Ελληνική του παρέα, προκειμένου να συμμετάσχει σε ένα από τα Σκωτσέζικα έθιμα, τη Burns Night. Η μοίρα όμως του επεφύλασσε ένα ύπουλο παιχνίδι.

Φτάνει στο σπίτι και ανοίγοντας την πόρτα και μετά τις απαραίτητες πρώτες συστάσεις, βλέπει ένα γνωστό πρόσωπο που έκανε τα πάντα να το ξεχάσει. Αυτό της πρώην του, της Ρίκας (από το Μαρίκα).  Δεν ήταν όμως η πρώην του. Έμοιαζε διαφορετική, κάτι στα μαλλιά της. «Has she coloured her hair? (Whoa-ho!  Livin’ on a prayer!)» σκέφτηκε. (Σ.M. (σημείωση του μπλόγκερ): η Ρίκα (από το Μαρίκα) είχε μία δίδυμη αδερφή η οποία τα τρία χρόνια που ο Προκόπης, το καμάρι μας, ο λεβέντης μας, ο κουμανταδόρος μας, ήταν μαζί της, σπούδαζε κοπτοραπτική — haute couture — στην Αυστραλία: την Πάτυ (από το Αφροξυλάνθη).  Δεν είχαν συναντηθεί ποτέ, αλλά κανένας δεν αγνοούσε την ύπαρξη του άλλου.  Γνωρίζονταν μόνο από σκόρπιες untagged φωτογραφίες στο Φατσοβιβλίο.) Την έκπληξη στο πρόσωπο του Προκόπη διαδέχτηκε η απορία.  Μαζεύοντας τις τελευταίες σταγόνες δύναμης του πληγωμένου και αναστατωμένου εγωισμού και ψυχισμού του αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα και να της μιλήσει (I should really pause my MP3 player. (Whoa-ho!  Livin’ on a prayer!)):

Προκόπης: Ρίκα;
Πάτυ (Σ.Μ.: βλακεία κάναμε, και τα δύο αρχίζουν από ‘Π’ και θα ξεκωλιαστούμε να τα γράφουμε ολόκληρα.): Προκόπη;
Προκόπης: Ρίκα!  Πώς από δω; (σκεπτόμενος, «τόσα χρόνια που τά’ χαμε, φοβόσουν τα αεροπλάνα μωρή!»)
Πάτυ: Με έπεισε να έρθω το αγόρι μου ο Paul (από το Paul).  Γνωριστήκαμε στην Αυστραλία.  Αλλά γιατί με λες Ρίκα (από το Μαρίκα);

Ο Προκόπης ξαφνιάστηκε (για δεύτερη φορά — εύκολα ξαφνιάζεται αυτό το παιδί) και δεν ήξερε τι να πει. «Το παίζεις και άγνωστη τώρα;  How do you dare! (Whoa-ho!  Livin’ on a prayer!)» σκέφτηκε.  Πήγε να το πει, αλλά του βγήκε λίγο διαφορετικό: «Τι εννοείς καρδούλα μου;» Η Πάτυ μόρφασε.

Πάτυ: Δεν έχουμε γνωριστεί, αλλά ξέρω για σένα. Είμαι η Πάτυ.
Προκόπης: Πάτυ;  Άσε με να μαντέψω.  Από το Αφροξυλάνθη;

Την άβολη σιωπή διέκοψε η αναγγελία για σιωπή για την απαγγελία.  Ο kiltοφορών Σκωτσέζος άνοιξε ένα μπουκάλι ουίσκι, κέρασε όλο τον κόσμο, ανέβηκε στην δεξιά του καρέκλα (η αριστερή ήταν σπασμένη) και με στεντόρια φωνή ξεκίνησε την πρώτη στροφή — παραλλαγή του παραδοσιακού ποιήματος που απαγγέλουν σ’ αυτές τις περιστάσεις:

There once was a girl from Kilkenny
Whose usual fee was a penny
But for a nominal sum
You could roger her bum — a source of amusement to many!

Το τέλος της απαγγελίας έδωσε νέα τροπή στην κουβέντα καθώς η θύμηση των σεξουαλικών του πρακτικών με τη Ρίκα (από το Μαρίκα) κατέκλυσε το μυαλό του Προκόπη, του καμαριού μας, του λεβέντη μας, του κουμανταδόρου μας:

Προκόπης (καμάρι, κλπ): Είσαι το τελευταίο άτομο που περίμενα να βρω εδώ.
Πάτυ: Είμαι το τελευταίο άτομο που περίμενα να έρθει εδώ.
Προκόπης: Δίδυμες δεν είστε είπαμε;
Πάτυ: Το ξέρεις.
Προκόπης: Το βλέπω κιόλας. Τώρα. Πρώτη φορά. Λύσε μου όμως μία απορία.
Πάτυ: Μη ρωτήσεις για τη Ρίκα (από το Μαρίκα).
Προκόπης: Όχι.
Πάτυ: Πες.
Προκόπης: Εσύ γιατί θα τον παρατήσεις;
Πάτυ: Ποιον;
Προκόπης: Τον Paul.
Πάτυ: Γιατί σου μοιάζει.

Από μέσα της σκέφτηκε ότι ήταν πολύ εύκολο. «It’s like high-fiving a bear (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!)»  Και συμπλήρωσε (αυτό απ’ έξω της):

Πάτυ: Είναι ένα καλό παιδί.
Προκόπης: Και γιατί βρέθηκες μαζί του;
Πάτυ: Γιατί ήταν ένα άγνωστο καλό παιδί.
Προκόπης: Κι αν ήταν ένα γνωστό κακό παιδί;
Πάτυ: Τότε θα είχε βρεθεί αυτός μαζί μου, όχι εγώ μαζί του.
Προκόπης (καμάρι κλπ — να μην ξεχνιόμαστε): Οπότε είστε μαζί γιατί δεν υπάρχει κάτι καλύτερο;
Πάτυ: Μπορεί να γίνει ένας καλός φίλος.
Προκόπης: Τα καλά παιδιά δε θέλουν κακούς φίλους.  Έχουν λίγους αλλά καλούς. Είναι καλά παιδιά.

Η Πάτυ ξεροκατάπιε.  Έπρεπε να αλλάξει θέμα γρήγορα γιατί φοβήθηκε ότι δεν την έπαιρνε.

Πάτυ: Εσύ γιατί είσαι ακόμα εδώ;
Προκόπης: Γιατί κι η αδερφή σου ήταν καλό παιδί.

Όντως δεν την έπαιρνε.  Έκανε μία ακόμη προσπάθεια.

Πάτυ: Εσύ έχεις προχωρήσει;
Προκόπης: Αυτό χρειάζεται περισσότερο αλκοόλ.  Ξέρω ένα μπαράκι κοντά στη George Square (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!). Ψήνεσαι;

Ο οικοδεσπότης του γέμισε το ποτήρι και του είπε ότι είναι η σειρά του: «Oi mate, get on the chair! (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!).» Ο Προκόπης ανέβηκε έτοιμος στην καρέκλα, έφτυσε στο τζάκι για να καθαρίσει το λαιμό του, και απήγγειλε το θανατερό τετράστιχο:

«I have an audience with the pope
And I’m saving the world at 8
But if she says she needs me, she says she needs me
Everybody’s gonna have to wait»

Όταν το χειροκρότημα καταλάγιασε, κατέβηκε. Την κοίταξε. Ξαναέκανε την ερώτηση: «Ψήνεσαι;»

Η φωτιά στο τζάκι έσβησε, αλλά η Πάτυ (από το Αφροξυλάνθη) είχε καεί.

(του μπι κοντίνιουντ)

Προφανώς όλα αυτά τα γράψαμε so we could link right there — Whoa-ho! Livin’ on a prayer!