Αγαπητά Χριστούγεννα

12 Νοεμβρίου, 2007

Μπορείτε να εξαφανιστείτε για να μη σας στείλω εκεί απ’όπου δε γυρνάνε πίσω;  Για τ’όνομα αυτού που δεν έχετε γεννήσει ακόμα, είναι αρχές Νοεμβρίου, τι διάολο έχετε έρθει από τώρα;  Δεν πρέπει να είστε εδώ.  Μακρυά.

Καλά, είναι δυνατόν;  Τα μαγαζιά να είναι μέσα στα κόκκινα, στις κορδέλες και στα λαμπιόνια, και κάθε φορά που περνάω από κάπου να βλέπω κράχτες μέσα στην καλή χαρά και στα σιρόπια για τις καταπληκτικές προσφορές που μόνο για μένα έχουν σκεφτεί; Και όλος ο κόσμος γεμάτος διαφημίσεις για την αντίστροφη μέτρηση μέχρι την ανεπανάληπτη διασκέδαση που μας περιμένει;  Αλλά μόνο αν κλείσουμε τραπέζι από τώρα.  Γιατί οι θέσεις είναι λίγες και δεν είναι από αυτές τις περιπτώσεις που όλοι οι καλοί χωράνε.  Καλά, με δουλεύετε στα μούτρα μου χωρίς κανέναν ενδοιασμό;

Όχι, αρνούμαι να περάσω τις επόμενες έξι εβδομάδες μέσα στην καλή χαρά και μέσα σε χαζοχαρούμενα τραγουδάκια, καμπανάκια τελευταίου γύρου, ευνουχισμένα ελαφάκια, δέντρα όλων των χρωμάτων εκτός από πράσινα, τρύπιες μπάλες που θα σπάσουν στο πρώτο χτύπημα, ξανθά ξωτικά, και κοκκινομύτηδες από το ποτό Αγιο-Βασίληδες.

Λοιπόν, μακρυά από μένα.  Μακρυά.  Γυρίστε στις 11 Δεκεμβρίου.  Και αν.  Μη με πιέσετε κι άλλο γιατί θα το κάνω 18 Δεκεμβρίου και θα τρέχετε για να φτάσετε.

Και το καλό που σας θέλω φέρτε κάτι καλό όταν έρθετε.


Λάθος χρονισμός

10 Νοεμβρίου, 2007

Δε στο έχω πει, αλλά τα πράγματα όπως τα ήξερες δεν έχουν αλλάξει και πολύ. Οι σκέψεις μου δηλαδή είναι πάνω-κάτω ίδιες. Πώς ήταν αυτό που σου έλεγα, ότι αν δεν αλλάξεις την κατάσταση τότε η κατάσταση θα μείνει ίδια; Κάπως έτσι. Ακόμα ξυπνάω στο ίδιο μέρος, ακόμα με τις ίδιες σκέψεις. Δεν είναι ότι θα ήθελα κάτι διαφορετικό. Ίσως λιγότερες σκέψεις, αλλά το μυαλό μου ξέρεις ότι δουλεύει από μόνο του και μερικές φορές δεν το ελέγχω και πολύ. «Ένα ακόμα πράγμα που δεν έχει αλλάξει,» θα μου πεις. Και θά’χεις δίκιο. Ακόμα είσαι εκεί. Συνέχεια.

Είναι σαν ένα B-side του αγαπημένου σου συγκροτήματος από ένα single που δεν ήξερες ότι έχεις και που είναι καλύτερο από το A-side. Και παίζει σε repeat.

Πώς το είχε πει ο Wonka; «We are the music makers, we are the dreamers of our dreams.» «Dreamers of our dreams» είχε πει στο δεύτερο, όχι «makers.» Δε στο είπα ακόμα κι αν το πρόσεξα από την πρώτη στιγμή σε εκείνο το ροζ χαρτί στον τοίχο σου, γιατί μου άρεσε η παραλλαγή. Φαντάσου τώρα να γυρίζω πίσω μετά από το μεγάλο ταξίδι, να ανοίγω το σπίτι, να πηγαίνω στο δωμάτιο που είχες αφήσει τα πράγματά σου και να βλέπω ότι από όλα όσα θα μπορούσαν να έχουν φύγει χωρίς να ξαναδώ, έχει μείνει πίσω η λάμπα που είχες δίπλα στο κρεβάτι.

Είναι σαν την ευτυχία της άγνοιας και την πρώτη βροχή που λιώνει τα πεσμένα φύλλα στο δρόμο.

Θα με ρωτήσεις γιατί ανακατεύω πάλι την τράπουλα αφού δε θα παίξεις. Γιατί δεν δίνω μια ευκαιρία στον εαυτό μου να κάνει κάτι περισσότερο που δε θα έχει συνδυασμούς, χρώματα και νούμερα. Δε θα έχει κανόνες, ημερομηνία λήξης, στοιχήματα κι ένθερμους ή μη υποστηρικτές. Που θα έχει δύο συμπαίκτες κι αντιπάλους συνάμμα, όπως πρέπει να έχουν όλα όσα παίζονται μ’αυτή την τράπουλα. Μα, έχει. Μου το είχες πει σ’ένα τραπέζι ότι δεν είμαστε πρόβλημα ο ένας του άλλου. Ποιος μίλησε για πρόβλημα; Και ποιος μίλησε για παιχνίδι;

Είναι σαν την πρώτη γουλιά από ένα μπουκάλι από το αγαπημένο σου λευκό κρασί. «Υγεία.»

Ξέρω ότι θα το διαβάσεις αυτό. Ή μάλλον, ξέρεις πως το αγύριστο κεφάλι μου πιστεύει ότι ξέρω περισσότερα από όσα θέλεις να παραδεχτείς. Κι είναι μικρή η πιθανότητα, δε λέω (0.0001%; κάπου εκεί — τα μαθηματικά μου μέσα και της γης τον άξονα), αλλά ακόμα δε φαντάζει μηδενική. Κι αυτό είναι που παλεύω. Τα πάντα είναι τόσο γνώριμα και τόσο ανούσια την ίδια ώρα. Μερικές φορές νομίζω ή ότι τα μάτια μου είναι τώρα δανεικά, ή ότι μου τα είχαν δανείσει τόσο καιρό και τώρα τα ζήτησαν πίσω. Δεν έχει διαφορά, δότης ή δέκτης είναι το ίδιο πρόσωπο. Κι αυτή η ταύτιση στη δυϊκότητα είναι ο λόγος που δε θα μηδενίσει ποτέ την πιθανότητα.

Είναι σαν τη μόνη σωστή χρήση του «ποτέ.» Και σαν το λάθος του μονόπλευρου ορισμού του.


Der turbitzenvolksen

10 Σεπτεμβρίου, 2007

Ξέρετε τι μου τη σπάει; Αυτοί οι τύποι που είναι έτοιμοι να μπουν στο ασανσέρ πριν καλά-καλά ανοίξουν οι πόρτες. Ναι, αυτοί, τους έχετε δει όλοι. Είμαι σίγουρος ότι οι Γερμανοί έχουν μία λέξη-σιδηρόδρομο να τους περιγράφουν, der turbitzenvolksen ή κάτι τέτοιο. Οι turbitzenvolksen περιμένουν μπροστά από την πόρτα του ασανσέρ στους 12.3 πόντους, και, με του που χτυπάει το κουδουνάκι ότι το ασανσέρ έφτασε, ορμάνε μέσα με ταχύτητα φωτός.

Και πάντα θα βρεθεί ένας. Το ότι είναι 7 το πρωΐ, εσύ είσαι όρθιος από τις 5 λόγω αϋπνίας, είσαι μέσα στα νεύρα, κι ακόμα δεν έχεις πιεί καφέ — κι είναι από τους λόγους που πας τόσο νωρίς δουλειά, για να τον πιείς με την ησυχία σου πριν πλακώσει ο κόσμος — τους αφήνει παγερά αδιάφορους.

Και σα να μην έφτανε αυτό, οι turbitzenvolksen εκπλήσσονται κιόλας που ένα ασανσέρ που κινείται μπορεί να έχει κόσμο μέσα! Τι λες ρε φίλε! Με το που πας να βγεις κάνουν ένα «oops» ή κάτι τέτοιο, αλλά δεν κουνιούνται. Περιμένουν εκεί, μπροστά από την πόρτα σα χελώνες με αρθρίτιδα, και σε αναγκάζουν να κάνεις φιδίσιους ελιγμούς τισφτετελιού για να περάσεις.

Αλλά έχω λύση.

Τα ασανσέρ θα πρέπει σε τυχαία χρονικά διαστήματα, και για όλους τους ορόφους πάνω από τον πρώτο, να ανοίγουν τις πόρτες όταν ο θάλαμος δεν είναι εκεί. Έτσι, για πλάκα. Υπολογίζω ότι σε ένα μήνα περίπου οι turbitzenvolksen θα είναι μία κακή ανάμνηση.

Παρακαλώ ας το κανονίσει κάποιος.


Για όσους είναι πίσω

27 Αυγούστου, 2007

Δε μπορούμε να πούμε ή να γράψουμε κάτι. Δεν υπάρχουν λέξεις.  Απλά λυπούμαστε.

poster


Το σπαστικό

20 Μαΐου, 2007

Επιστρέφοντας λοιπόν από τις διακοπές μου στο μαγευτικό και καλωδιoμένο Λουτράκι Κορινθίας πίστευα πως έχω αφήσει το blog σε ικανά, πια, χέρια και ήμουν έτοιμος να συνεχίσω στο Θεάρεστο έργο της συγγραφής του. Ήρθα εδώ και τι να δώ;

Μια βλακεία και μισή.  Αν το blog ήταν το διδακτορικό των παρα-πέντε, δε θα είχαν προλάβει να βγάλουν ούτε το first year report τους.  Θα είχαν φάει σουτ πριν πάρουν κάρτα για τη βιβλιοθήκη.  Θα έκλειναν επιστροφή για Ελλάδα πριν προσγειωθούν στο Εδιμβούργο για να γραφτούν.  (Μπορείς εδώ, αγαπητή/έ αναγνώστρια/η να βάλεις όποιον ευφημισμό θέλεις για το πόσο γρήγορα θα είχαν φύγει — μάλιστα σε θερμοπαρακαλώ να γράψεις κάτι για να ανανεωθούν και τα σχόλια από δίπλα γιατί από τους άλλους πέντε χαΐρι δε βλέπω.)

Κι εσύ ωρέ Αφάνα, δε σου είπα να μην κυκλοφορήσεις τις δραστηριότητές μου, αλλά και το μέρος στο οποίο θα λάμβαναν χώρα αυτές οι δραστηρίοτητες;  Ήταν συνειδητή η απόφασή μου αυτή μιας και (α) η «φυγή» μου διέπνεε έναν αέρα μυστηρίου που με έκανε να νιώθω σημαντικός, και (β) από τη στιγμή που μαθεύτηκε δε μπορούσα να λουστώ τον τροπικό ήλιο με την ησυχία μου, δίπλα από το καζίνο, τις ηλιοκαμμένες Αθηναίες και τους όχι-δεν-καταλαβαίνει-κανείς-πως-είμαστε-φαντάροι κατοίκους του διπλανού ασύλου (επονομαζόμενο 6ο ΣΠ).

Για να μην αναφερθώ στο ότι το μόνο που κάνατε ρε παρα-κλάπες ήταν δύο posts σε δέκα μέρες. Και τα δύο στις Παρασκευές. Και να ήταν καλά, πάει στον έξω-από-δω. Αλλά, ρε παιδιά, για το όνομα του Θεού…  προσπαθήστε έστω και για τα μάτια του κόσμου («έναν άγνωστο, φως μου, παντρεύεσαι την Κυριακή» που έλεγε κάποιος σκυλοτραγουδιάρης που είμαι σίγουρος ότι ξέρουν οι υπόλοιποι.)

Λοιπόν, μη με τσαντίζετε άλλο.  Έχω τους κωδικούς και δεν το έχω σε τίποτα να πατήσω το κουμπάκι αυτοκαταστροφής του blog.

Tres spastique.


Οι παρα-κλάπες

2 Μαρτίου, 2007

Το παρόν είναι ένα post διαμαρτυρίας από τον υπογράφοντα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »


Πλάκα μου κάνεις;

22 Φεβρουαρίου, 2007

Συγγνώμη για την ενόχληση, αλλά το παρόν είναι πολύ σημαντικό. Έχει να κάνει με την καλή σας διάθεση απόψε στο βροχερό Εδιμβούργο και για το δύσκολο Σαββατοκύριακο που έρχεται. Είναι ένα post που θα σας ανοίξει τα μάτια και τ’αυτιά κι αν δε με πιστεύετε διαβάστε παρακάτω. Δώστε μου όλη σας την προσοχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »