Arsebanging Friday #the sound of fapiness

28 Αύγουστος, 2009

Χαίρετε κυρίες μου και κύριοι και καλώς ήρθατε στη σημερινή μας πυγοκρουστική ενδοπαλαμική συνεδρία.  Είναι μία όμορφη υγρή βραδυά στο Εδιμβούργο και για την επόμενη ώρα θα είμαστε μαζί για την εκπομπή the sound of fapiness.

(μουσικό χαλί σε ρυθμούς τσούμπα-τσούμπα)

Έχουμε σχεδιάσει ένα πανέμορφο μουσικό ταξίδι για να σας κρατήσει συντροφιά αυτές τις μικρές ώρες της ημέρας — τις τελευταίες της Πέμπτης και τις πρώτες της Παρασκευής.  Όπως πάντα, θα έχουμε, πέρα από μουσικές προτάσεις, συμβουλές και ιντερνετικές διεξόδους για να βαρέσετε τα ποπουδέλια σας κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας, ή όταν τα βάρη γίνονται πολλά και η απαλεψιά μεγαλύτερη.  Μη φοβάστε λοιπόν, και ακολουθήστε μας.  Όπως πάντα, θα είναι μαζί μας ο βασικός χορηγός της εκπομπής: το γάλα Χουχού, ένα προϊόν Πουστλέ.

(μουσικό χαλί σε ρυθμούς ντάμπα-ντούμπα)

Περνάμε λοιπόν στην πρώτη μας γραμμή:

– Γειά σου φίλε μου.
– Εγώ μιλάω;
– Ναι φίλε μου.  Πώς είσαι;
– Καλά μωρέ, τι λέει εκεί;
– Μια χαρούλα.  Τι μπορούμε να κάνουμε για σένα;
– Θα ήθελα να ακούσω ένα τραγουδάκι.
– Ό,τι θέλεις φίλε μου.  Πες μου.
– Είναι εκείνο το περίεργο που παίζετε που και που με τις κιθάρες…
– Μπορείς να με βοηθήσεις λίγο παραπάνω;
– Εκείνο που πάει γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκααααα-γκαααα… κατάλαβες ποιο λέω;
– Ομολογώ πως όχι φίλε μου.
– Είναι εκείνο στα δεξιά μωρέ.
– Α.
– Κατάλαβες;
– Όχι.
– Εκείνο μωρέ, που πάει  γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκααααα-γκαααα…
– Ναι, αλλά δε με βοήθησες πολύ φίλε μου.
– Καλά, παίξε ό,τι να’ ναι.
– Σε ευχαριστώ για το τηλεφώνημα φίλε μου.
– Τι θα παίξεις τελικά;
– Ένα τραγούδι εκεί στα αριστερά  που πάει λίγο γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκααααα-μπουμ…
– Ωωωω γουστάρω!  Να’ σαι καλά.  Rock out with your cock out.
– Έγινε φίλε μου.

(απόλυτο μουσικό χαλί σε ρυθμούς γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκα-γκααααα-γκαααα)

Περνάμε στο επόμενο θέμα μας κυρίες, κύριοι, και μικρά παιδιά.  Παραμύθια της χαλιμάς λοιπόν και οδηγίες για ναυτιλομένους στους ωκεανούς του κόσμου τούτου.  Συμβουλές ξεχωριστές, βγαλμένες μέσα από τη ζωή χωρίς καμία αίσθηση υπερβολής.  Κρυμμένα μυστικά, και γενικότερα ευ ζην καταστάσεις που δε θα ακούσετε από πουθενά αλλού!  Σε όλα όσα έρχονται, λοιπόν, πρέπει να κάνετε, διάολε, το καλύτερο που μπορείτε.  Αρκεί η συμμετοχή.  Η νίκη δεν είναι αυτοσκοπός.  Δε μετράει ο προορισμός αλλά το ταξίδι.  Πρέπει να δώσετε το 110%.  Σουτάρετε μέσα έξω από το ζωγραφιστό.  Δεν τελειώνει τίποτα μέχρι να τραγουδήσει η χοντρή.  Η ζωή είναι ωραία και ιστορικά μοιραία.  Η ζωή είναι μία και ο μπακλαβάς γωνία.  Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν.  Το γοργόν και χάρην έχει, αλλά το καλό το πράγμα αργεί να γίνει.  Και πάντα (πάντα!) το πολύ το κυρ-ελέησον το βαριέται κι ο Θεός.  Γιατί ο διάλος έχει πολλά ποδάρια.

(μουσικό χαλί σε ρυθμούς ροφλ)

Και τώρα φτάσαμε στο κυρίως περιεχόμενο της εκπομπής αγαπητοί ακροατές, ήρθε η ώρα να κάψουμε τη μέρα με λίνκια ξεγυρισμένα και κοσμογυρισμένα — και πάνω από όλα κλεμμένα από όλα τα sites που διαβάζουμε μανιωδώς κάθε Πέμπτη προσπαθώντας να γράψουμε το ποστ της Παρασκευής.  Ready.  Get set.  Go:

Αυτά και για σήμερα αγαπητοί ακροατές και αναγνώστες.  Ήρθε η ώρα να σας αφήσουμε και να φύγουμε όπως θα έφευγε  ένας emo μέσα από ένα moshpit των Dropkick Murphys.  Ευχαριστούμε για την παρέα και για τα θερμά σας συγχαρητήρια για την ωραία μας εκπομπή.  Καλή τύχη με τη συναρμολόγηση.  Μέχρι την επόμενη φορά, μην ξεχνάτε: σας αγαπάμε.


Arsebanging Friday #you’re-so-money

21 Αύγουστος, 2009

…and you don’t even know it.  Οι παλιοί ξέρουν, οι νέοι μαθαίνουν.

Οι τελευταίες ώρες της Πέμπτης που με βρίσκουν να μεγαλουργώ για την καλή Παρασκευή σου, με βρίσκουν κουρασμένο, περήφανε, τρανέ μου αναγνώστη.  Με βρίσκουν κουρασμένο γιατί η μισή ώρα που συνήθως κάνω να πάω στην ή να έρθω από τη δουλειά έχει γίνει χαλαρά 45 λεπτά μιας και δε μπορώ να περπατήσω ευθεία.  Και δε μπορώ να περπατήσω ευθεία γιατί πρέπει να κάνω σλάλομ, κι όχι γιατί ανακάλυψα κάποιο καινούργιο δηλητήριο πιστέ συνοδοιπόρε μου.

Κάνω σλάλομ, βλέπεις, γιατί η πόλη έχει γεμίσει τουρίστες από τον κόσμο ούλο οι οποίοι τρέχουν σαν τρελοί προσπαθώντας να μη χάσουν την παραμικρή παράσταση που μπορεί να παίζεται σε οποιοδήποτε σημείο.  Έχουν ξεχυθεί στους δρόμους, στα παραδρόμια, στα πεζοδρόμια και τρέχουν, τρέχουν, τρέχουν.  Κι εγώ στρίβω, στρίβω, στρίβω.  Όπου τρύπα και παράσταση, όπου παράσταση και κόσμος, όπου κόσμος με μαθηματική ακρίβεια θα χρειαστεί να περάσω ανάμεσά του.  Κι αυτό το βρίσκω να είναι άδικο τιτανομέγιστε στρατηλάτη.

Είναι άδικο γιατί τις τελευταίες ημέρες έχω φάει στη δουλειά κάτι αγγούρια να με το συμπάθειο και τα 15ωρα φεύγουν για πλάκα.  Και δε μου φτάνει η κούραση από τη δουλειά, έχω και την κούραση από το περπάτημα.  Και όταν φτάσω σπίτι, έχω και το γείτονα.  Σου έχω πει για το γείτονα;  Άσε, που να στα λέω.  Τη βρίσκει με τη μουσική.  Αλλά εγώ δεν τη βρίσκω με τη μουσική του χαριτωμένε θωπευτή των λέξεών μου. Και οι τοίχοι μου είναι λίγο λεπτοί και, όπως καταλαβαίνεις, τα βράδυα είναι μακρυά.

Γιατί, ο κερατάς, παλαβιάρη θαυμαστή μου που μου κλείνεις πονηρά το μάτι, είναι ψαγμένος ηθοποιός/κωμικός που έχει έρθει εδώ μόνο για το φεστιβάλ, θα κάτσει ένα μήνα, και κάθε βράδυ κρίνει σκόπιμο να φωνάζει το θίασό του όλο στο σπίτι του για μουσική, συζητησούλα, και ποτά, μπας κι επιτέλους κάποιος τους ακούσει — έστω και ξώφαλτσα.  Γιατί εκεί που παίζουν έχουν τόσες πιθανότητες να προκαλέσουν το γέλωτα και το ενδιαφέρον όσες σε ένα νεκροτομείο: όχι πολλές.  Πού το ξέρω, ρωτάς εσύ, αξεπέραστε λαθραναγνώστη που με επισκέπτεσαι στα κρυφά γιατί ντρέπεσαι που με διαβάζεις;

Πέταξε διαφημιστικό κάτω από την πόρτα μου. Το πάτωμά μου ένιωσε φτηνό, ξετσίπωτο, και χρησιμοποιημένο.  Και όταν με βρήκε στη σκάλα τις προάλλες μου είπε να πάω στην παράστασή του.  Δεν πήγα.  Αλλά όποιος σε προκαλεί στην παράστασή του, χουχουλιάρικο ζουμπουρλό πρεζόνι της πρόζας μου, είναι ατάλαντος και θύμα.  Και πρέπει να το πάρει απόφαση και να κάνει άλλη δουλειά.

Και να μη μου σπάει τα νεύρα βραδυάτικα.  Ειδικά όταν κρούω τον κώδωνα της λινκοπυγοκρουσίας:

Αυτά και για τούτη την εβδομάδα μεγαλοπρεπή επισκέπτη, Μαγγελάνε του διαδικτύου.  Μη μας ξεχάσεις.  Το Ζεν είναι παντού και το Κάρμα επιστρέφεται.


Στιγμές φεστιβαλικού σουρεαλισμού (φιρστ ιν α σίριες)

18 Αύγουστος, 2009

Στέκεται σταματημένος πάνω στο ποδήλατο, το οποίο ήταν ψηλότερο από αυτόν, κρατώντας ισορροπία χωρίς να κατεβάσει τα πόδια του από τα πετάλια στο έδαφος, στα φανάρια της Princes με τη North Bridge και θέλει να στρίψει αριστερά στη Leith.  Η ώρα ήταν νωρίς σήμερα το πρωί (γύρω στις 9 παρά κάτι), η κίνηση σχετικά μεγάλη, και ξέρω ότι τα φανάρια αυτά είναι επιεικώς εκνευριστικά γιατί κρατάνε για όλους — πεζούς κι αμάξια — περισσότερο από όσο βαστάνε τα νεύρα σου.

Έχει μούσια και φοράει κίτρινο ανακλαστικό γιλέκο και ποδηλατικό κράνος (αλοίμονο αν δε φοράει κράνος!).  Στα φανάρια λοιπόν, ενόσω κρατάει ισορροπία, αφήνει μόνο το ένα χέρι στο τιμόνι και κρίνει σκόπιμο ότι πρέπει να βγάλει από την τσέπη τσιγάρο κι αναπτήρα, να ανάψει το τσιγάρο όσο περιμένει το πράσινο, να το κάνει σε 2 λεπτά, και να πετάξει τη γόπα στο επερχόμενο απορριματοφόρο.  Προσπάθησα να το πάρω φωτογραφία, αλλά δεν πρόλαβα ο έρμος.

Φίλε ποδηλάτη, μόνο αυτό μπορώ να σου πω:

Είσαι ένας μικρός θεούλης.

Αφού σε χαλάει το διαολεμένο (το ποδήλατο) γιατί το κάνεις;


Arsebanging Friday #κούκου

14 Αύγουστος, 2009

Η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενα.

Ξέρετε, είχα πάει διακοπές για λίγο (ως αρκετό) καιρό στην Ινδία και στη γύρω χώρα.  Προσγειώθηκα στις Μαλδίβες στον Ινδικό Ωκεανό για ολιγοήμερη ανάπαυση στα γαλανά νερά, πριν περάσω στην ενδοχώρα μετά από μία μικρή στάση στη Σρι Λάνκα.  Από εκεί πέρασα στο Μαδράς ή Τσενάϊ όπως το λένε τώρα μιας και, ως λάτρης της μουσικής, ήθελα να νιώσω τα τελευταία hits του Kollywood (το Bollywood είναι πολύ mainstream για τα indie γούστα μου).  Απορρόφησα την κάθε νότα και τσιριχτή συλλαβή που έβγαινε από το στόμα καλλίγραμμων γυναικών, και γεμάτος μελωδίες αποφάσισα να διασχίσω τη χώρα.

Πήρα το τρένο των διακοσίων θέσεων μαζί με άλλους χίλιους Ινδούς και τριακόσιες περίπου κότες και διέσχισα όλη τη χώρα με μία στάση στο Χαϊντεραμπάντ για τσάϊ και κουλούρια. Ο τελικός προορισμός μου ήταν η παλιά Βομβάη, το Μουμπάϊ, γιατί είχα ανάγκη να νιώσω μικρός κι ασήμαντος — και με 19 εκατομμύρια ψυχές σε 1000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, μόνο έτσι μπορούσα να νιώσω.  Περιπλανήθηκα στην παραγκούπολη και αγόρασα χάντρες και μαγικά φίλτρα μέσα σε έναν υπόνομο στον οποίο, παραδόξως, έπρεπε να ανεβείς κάτι σκάλες για να φτάσεις.  Μετά, μέσα σε γαλήνια ηρεμία, προχώρησα βόρεια προς το Νέο Δελχί ακολουθώντας από ένα σημείο και μετά το Γάγγη και από εκεί συνέχισα προς το Κασμίρ παρέα με έναν Πακιστανό κι έναν Ινδό οι οποίοι κατάλαβαν ότι δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν.  Παρέβησαν κάθε τους αρχή όταν τους κέρασα μία μπύρα, και παρέα πήγαμε στο Νεπάλ πριν με αφήσουν στα σύνορα με το Θιβέτ.  Το υπόλοιπο ταξίδι έπρεπε να το κάνω μόνος.

Όταν έφτασα εκεί η έκπληξη ήταν μεγάλη.  Η ηρεμία ήταν παντού.  Ακόμα και ο άνεμος που σε χτυπούσε από παντού το έκανε χωρίς να το καταλάβεις.  Περπάτησα για λίγο μέσα στα δάση στους πρόποδες των Ιμαλαϊων και άρχισα σιγά-σιγά την ανάβαση με μόνη παρέα το πιστό μου φλασκί.  Όπως περπατούσα είδα ένα μοναχό να κάθεται στη στάση του λωτού με κλειστά τα μάτια.  Πήγα κοντά του.  Πριν μιλήσω μου μίλησε αυτός:

– Σε περίμενα.
– Σίγουρα εμένα;
– Δεν περνάει πολύς κόσμος από εδώ.
– Το φαντάζομαι.
– Έκανες το ταξίδι σου;
– Το κάνω τώρα.
– Σε γεμίζει;
– Με αδειάζει.
– Θα γεμίσεις ξανά όμως;
– Όχι.
– Ακόμα κι αν σου το ζητήσουν;
– Όχι.
– Γιατί;
– Γιατί όταν είσαι γεμάτος δε μπορείς να πας ψηλότερα.  Το βάρος σε κρατάει κάτω.
– Το βάρος, όμως, σε κρατάει και κάτω.
– Αυτό δεν είπα;
– Το ξέρω.  Το σκέφτηκες καλά όμως;

Η αλήθεια είναι ότι δεν το είχα σκεφτεί.  Κάθησα δίπλα του.  Άνοιξε τα μάτια του, με κοίταξε, και μου είπε να αγναντέψουμε μαζί το δρόμο που είχα κάνει.  Σιγά-σιγά άρχισα να βλέπω ταινία τις εικόνες του μυαλού μου, να προβάλλονται στο πανί του ουρανού.  Ο ήχος ήταν απών.  Το μόνο που υπήρχε ήταν η φωνή δίπλα μου που όμως ακουγόταν χωρίς ο μοναχός να μιλάει.

«Ξέρεις, δεν πρέπει να αδειάζεις.  Πρέπει μόνο να κάνεις χώρο.  Να βάλεις το μικρό αρχειοθέτη του μυαλού σου να κατηγοροποιήσει τα πάντα και να πετάξει όλα τα διπλά ή όσα δεν έχουν διαβαστεί πάνω από μία φορά.  Πρέπει να πετάξεις όσα δε χρειάζεσαι και μετά να μην τα αφήσεις να επιστρέψουν.  Να κάνεις χώρο για τα νέα.  Και τότε θα είσαι πιο ελαφρύς από ποτέ.  Η θέληση για το νέο είναι πιο ελαφρυά από ο,τιδήποτε παλιό και από όσο κενό και να έχεις.»

Κάπου εκεί η προβολή σταμάτησε.  Έκλεισε ξανά τα μάτια του και μου είπε να σηκωθώ.  Του ζήτησα να μείνω λίγο ακόμα μαζί του.  Μου είπε ότι μπορώ να μείνω όσο θέλω, αλλά το μόνο που θα πάρω είναι άλλη μία κουβέντα.  Μου είχε πει όσα χρειαζόμουν να ακούσω.  Τα υπόλοιπα θα τα ανακάλυπτα στο δρόμο.

Δεν ξέρω πόσος χρόνος πέρασε, αλλά σε κάποια στιγμή ασυναίσθητα σηκώθηκα κι άρχισα να κατηφορίζω προς τον πολιτισμό.  Πριν δω τον πρώτο άνθρωπο, μια ξένη φωνή ακούστηκε πάλι στο μυαλό μου: «μείνε λογικός.»  «Δε μπορώ,» απάντησα.  «Τότε μείνε σώος.»  Έκανα ένα νεύμα στο άπειρο, χαμηλώνοντας το κεφάλι μου.  Αυτό μπορούσα τουλάχιστον να το προσπαθήσω.

Το ταξίδι της επιστροφής φάνηκε, ως συνήθως, στιγμιαίο.  Το κλειδί στην πόρτα γύρισε ξεκούραστα.  Και η σκόνη στα έπιπλα το μόνο που έδειχνε ήταν την ανθεκτικότητά τους και την κρυμμένη γοητεία του γνωστού που δε σε έχει εγκαταλείψει ποτέ.

Ίσως τελικά αυτό που ξεκίνησε λίγο καιρό πριν για όλους μας και λίγο περισσότερο για μένα είναι σαν τον καρκίνο: ο μόνος τρόπος να σου δώσει ελπίδα ότι απελευθερώθηκες πλήρως είναι να σου αφαιρέσουν το όργανο.  Και δεδομένου ότι το όργανο που θα πρέπει να μου αφαιρέσουν εμένα είναι κάτι σχετικά μεγάλο ανάμεσα στα αυτιά μου (και δεν εννοώ τη μύτη μου) λέω να μην κάνω κάτι και να αρνηθώ τη θεραπεία.  Θα μείνω σώος.

Και γιατί κούκου το εγκόσμιο μήνυμα της επιστροφής;  Γιατί μπορεί άλλοι να κελαηδούν, αλλά εμείς λαλάμε στο twitter. Και όταν δε λαλάμε βγάζουμε λίνκια:

Εμείς επιστρέψαμε.  Σειρά σας.  Σίγουρα θέλουμε να είστε εδώ, αλλά αν δεν επιστρέψετε δε θα κλάψουμε και πολύ, σας προειδοποιούμε.  Ο μοναχός είχε δίκιο: είμαστε σώοι.

Ζεν.


Arsebanging Friday #εντομολογικώς-κοντά-σας

13 Μαρτίου, 2009

Τα σβουροειδή σκαθάρια είναι προσεκτικά αλλά συνάμα γρήγορα κι έχουν ένα ειδικό όργανο για να ανιχνεύουν τις κυματώσεις πίεσης του περιβάλλοντος έτσι ώστε να προσαρμόζουν την κίνησή τους. Η αφίδια σφήκα, από την άλλη, τοποθετεί τα αυγά της μέσα σε άλλα έντομα (συνήθως σε κάμπιες, που βρίσκει σε χωράφια ή στην άκρη πολυσύχναστων δρόμων) σε συστοιχίες λευκών κουκουλιών. Το ραβδωτό σκαθάρι των πεύκων έχει κέρατα! Οι κεραίες του είναι ίσες με το μισό μήκος του σώματός του και τρέφεται αποκλειστικά με νεκρά κόκκινα πεύκα.

Οι μύγες ληστές, έχουν ακίνητα κεφάλια, αλλά μόλις έρθουν κοντά στα θύματά τους, στον αέρα, εγχύουν ένα υγρό που τα παραλύει και μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου τα σκοτώνει. Ο χιονόψυλλος κινείται με έναν από τους πιο περίεργους τρόπους μετακίνησης που απαντώνται στη φύση: έχει μία ακανθωτή ουρά με γάντζους η οποία πιάνει στο έδαφος και τον εκτοξεύει. Επίσης, έχει κι ένα σωλήνα να ξεκινά από την κοιλιακή του χώρα με μόνο λόγο ύπαρξης την απορρόφηση υγρασίας από το περιβάλλον.

Το θηλυκό αλογάκι της Παναγίας κατασπαράζει το αρσενικό κατά τη συνουσία. Το αρσενικό, δε, συνεχίζει το ζευγάρωμα ακόμα κι όταν το θηλυκό του έχει κυριολεκτικά φάει το κεφάλι και κομμάτι του στέρνου του. Κάθε βράδυ, η κοινή σφήκα δαγκώνει το βλαστό κάποιου τυχαίου φυτού, κλειδώνει τα σαγόνια της πάνω στο φυτό, τεντώνεται σε ορθή γωνία σε σχέση με το βλαστό και με τα πόδια της να κρέμονται πέφτει για ύπνο.

Αν κάποιος ρίξει έστω και μία ελάχιστη ποσότητα αλκοόλ σε ένα σκορπιό, αυτός θα τρελαθεί και θα κεντρίσει τον εαυτό του μέχρι θανάτου. Το βομβαρδίζον σκαθάρι, όταν ενοχληθεί, αμύνεται με μία σειρά εκρήξεων — 5 ή 6 στη σειρά. Οι θόρυβοι που κάνει μοιάζουν με τον ήχο βολής αεροβόλου και συνοδεύονται από ένα νέφος κόκκινου, αηδιαστικού υγρού.

Είναι επίσης γνωστό ότι τα μυρμήγκια έχουν σκλάβους. Μια συγκεκριμένη ποικιλία, τα λεγόμενα αιματηρά μυρμήγκια, επιτίθενται στις φωλιές άλλων φυλών, σκοτώνουν τη βασίλισσα, και απαγάγουν τους εργάτες. Οι εργάτες μεταφέρονται πίσω στη φωλιά των απαγωγέων τους, οι οποίοι τα εξαναγκάζουν να κάνουν όλες τις μικρές, ασήμαντες, βαρετές δουλειές.

Και όπως είπαμε και το προηγούμενο εξάμηνο, τα μυρμήγκια-στρατιώτες, αν πέσουν πάνω σας, δε θα αφήσουν τίποτα πέρα από τα κόκκαλά σας.

Ίσως έχετε συναντήσει κάποια από αυτά τα έντομα στη ζωή σας, να επιδεικνύουν τόσο τα κυνηγετικά όσο και τα αμυντικά χαρακτηριστικά τους. Συνήθως μέσα σε τοιχώματα σάρκας, μεταμφιεσμένα ως αυτό που οι πιο πολλοί από εμάς θα αναγνώριζαν ως…

…άνθρωπο.


Arsebanging Friday # I accidentally the whole post!

20 Φεβρουαρίου, 2009

Αυτό, αυτό και μετά αυτό. Τέλος.


Arsebanging Friday # mental-penetration-for-the-masses

13 Φεβρουαρίου, 2009

Όταν κατάλαβε πόσο άγαρμπα είχε κουνήσει τον αγκώνα του ήταν αργά. Η Πάτυ είχε ξυπνήσει. Οι πρώτες αχτίδες του ηλίου, ως άλλο φως αληθινό, έσωσαν τον Προκόπη από τα αμήχανα, ολόμαυρα μάτια της Πάτυς. Τα επόμενα 27 δευτερόλεπτα κύλησαν σιωπηλά. 

Ο Προκόπης άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, αλλά δεν πρόλαβε. Η Πάτυ του το έκλεισε με ένα γλωσσόφιλο. «Ας αφήσουμε τα λόγια για μετά,» του είπε, του έκλεισε το μάτι, και σηκώθηκε από το κρεββάτι. Το βλέμμα του Προκόπη έπεσε στο τατουάζ της, στρατηγικά τοποθετημένο στο μέρος που η πλάτη αλλάζει όνομα (και δε γίνεται σβέρκος). Μια συστάδα από παράλληλες γραμμές προκαλούσε το θεατή να τις αποκρυπτογραφήσει. Ο Προκόπης αποφάσισε ότι ο μόνος τρόπος λύσης του δεσμού ήταν να διαγράψει όλες τις γραμμές του παρελθόντος με μία, μοναδική, διαγώνιο. Ήταν αυτή η διαγώνιος.

Όταν η Πάτυ βγήκε από το δωμάτιο, τα μάτια του Προκόπη έπεσαν στα σκόρπια ρούχα και εσώρουχα στο πάτωμα του δωματίου. Αποφάσισε μετά από πολύ καιρό ότι αυτό το πρωινό δε θα έβλεπε τα emails του. Παρ’ όλα αυτά πήγε στον υπολογιστή για να βάλει λίγη μουσική. Πάτησε το κουμπί του shuffle, και μετά το play. Οι πρώτες νότες των Elbow δεν ήταν καθόλου τυχαίες. Το άφησε να παίζει κοιτώντας φωτογραφίες στον τοίχο από το δικό του παρελθόν. Κι αυτό ήθελε να το διαγράψει με την ίδια διαγώνια γραμμή. Τη σκέψη του διέκοψε το χτύπημα στην πόρτα.

Πάτυ: Να μπω;
Προκόπης: Θες;
Πάτυ: Το μόνο σίγουρο.
Προκόπης: Μπες. Τα σκυλιά είναι δεμένα, κι εγώ δε δαγκώνω.
Πάτυ: Μπα; Από πότε;

Χαμογέλασαν. Οι καφέδες στα χέρια της άχνιζαν. «Ωχ, είχα καφέ;» αναρωτήθηκε ο Προκόπης. «Γιατί, είχες και κανέναν να κεράσεις;» ανταπάντησε η Πάτυ. «Δε θα τα πάμε καλά εμείς οι δύο,» είπε ο Προκόπης. «Το ξέρω, καλά που το κατάλαβες κι εσύ.» Ο Προκόπης ξεφύσηξε με νόημα. «Το παρακάμπτω,» είπε. Και συμπλήρωσε «τι ώρα έχει πάει;» Το βλέμμα της Πάτυς διέσχισε τις φωτογραφίες του παρελθόντος του Προκόπη, κοντοστάθηκε σε κάποια που της έμοιαζε, και κατέληξε στο ρολόϊ. Τελευταία φορά που το κοίταξε ήταν 5:38 το πρωί.  Τώρα ήταν 1:18 το απόγευμα. «Πάμε για κανά brunch;» ρώτησε ο Προκόπης. «Ξέρω ένα ωραίο μαγαζάκι εδώ κοντά.»

Πάτυ: Θα πρέπει να ντυθούμε όμως.
Προκόπης: Εντάξει, δε χάλασε ο κόσμος αν αργήσουμε και δέκα λεπτά. Το μαγαζί δε φεύγει. 

Κάθησαν στο Hector’s κατά τις 3:00.

Το αυτί τους πήρε μία παρέα Ελλήνων στο διπλανό τραπέζι να συζητάει για αεροπλάνα και αεροπορικά δυστυχήματα. Ήταν ο Δρ. Χουζούρης και η ιπτάμενη παρέα του. «Τελικά δεν υπάρχει διαφυγή,» είπε η Πάτυ.  «Από τους Έλληνες;» εύλογα ρώτησε ο Προκόπης. «Όχι, από τα αεροπλάνα,» απάντησε όλο νόημα η Πάτυ.

Η καλλίπυγος, εξ άπω Ανατολής ορμώμενη, σερβιτόρα τους διέκοψε για να πάρει παραγγελία. Eggs benedict with salmon η Πάτυ, full Scottish breakfast ο Προκόπης, γιατί ένιωθε λίγο αδύναμος. «Και τι κάνουμε τώρα;» τη ρώτησε μέσα στην αδυναμία του.

Πάτυ: Μήπως να πούμε στους διπλανούς μας να μιλάνε πιο σιγά;
Προκόπης: Σε κάνουν να νιώθεις άβολα;
Πάτυ: Όχι, αλλά μου θυμίζουν τα αεροπλάνα.
Προκόπης: Τα αεροπλάνα έχουν πολλές θέσεις. Και πετάνε τακτικά.
Πάτυ: Ναι, αλλά σε κάθε θέση μόνος σου κάθεσαι.
Προκόπης: Και στη διπλανή θέση;
Πάτυ: Εξαρτάται… Πας ή έρχεσαι;
Προκόπης: Ή πηγαινοέρχεσαι.
Πάτυ: Ναι, αλλά αυτό είναι κουραστικό.

Η σερβιτόρα έσωσε την κατάσταση φέρνοντας την παραγγελία τους. Μετά τις πέντε πρώτες μπουκιές τα μαχαιροπήρουνα καταλάγιασαν.

Προκόπης: Πότε είπαμε πετάς;
Πάτυ: Έχω ανοιχτή επιστροφή.
Προκόπης: Για πόσο καιρό;
Πάτυ: Για όσο χρειάζεται.
Προκόπης: Καμιά εκτίμηση;
Πάτυ: Αν με ρωτούσες χθες το απόγευμα, θα σου έλεγα ένα βράδυ.
Προκόπης: Μα πέρασε ένα βράδυ.
Πάτυ: Τότε ένα βράδυ ακόμα.
Προκόπης: Fair enough.

Μέχρι να τελειώσουν το φαγητό δεν ξαναμίλησαν. Το φαγητό έφερε ποτό. Το ποτό έφερε ζάλη. Η ζάλη έλυσε τις γλώσσες. Οι λυμμένες γλώσσες αφού αντάμωσαν, ζήτησαν με μία φωνή το λογαριασμό.

Προκόπης: Νυχτώνει.
Πάτυ: Πρέπει να επιστρέψουμε.
Πρόκοπης: Στην πραγματικότητα;
Πάτυ: Όχι, στη νύχτα.
Προκόπης: Την τελευταία;
Πάτυ: Απλά την επόμενη. 

Φόρεσαν τα παλτά τους και με αργά βήματα προκαλώντας το χρόνο να τους ξεπεράσει, περπάτησαν προς το κέντρο.

«Πρέπει να πάω από το ξενοδοχείο να σουτάρω και τον Αυστραλό,» είπε η Πάτυ. «Το βράδυ λοιπόν,» απάντησε ο Προκόπης. «Το βράδυ.» Χώρισαν στην κορυφή της Frederick. Ο Προκόπης δεν πήγε αμέσως σπίτι. Έστριψε βόρεια, και πήγε στο λιμάνι να δει αν κουνιώνται οι βάρκες. Έπρεπε να διαλογιστεί. Όφειλε να διαλογιστεί.

(του μπι κοντίνιουντ)

Όπως κατάλαβες παιχνιδιάρη αναγνώστη μου, είμαστε κι εμείς παιχνιδιάριδες και κάναμε μία ακόμη συγγραφική παρτούζα. Αλλά δεν ήμασταν ντουέτο. Ήμασταν τρίο, είχαμε και Lucky Pierre: το Μπυρατή. Για λόγους πληρότητας αναφέρουμε και τους μαγικούς ζωμούς που μας έδωσαν ώθηση στη συγγραφή: πάντα χρειάζεται μια σαμπάνια Francois Dubois. Αλλά ακόμα περισσότερο χρειάζεται ένα Bulleit bourbon.