Arsebanging Friday #εντομολογικώς-κοντά-σας

13 Μαρτίου, 2009

Τα σβουροειδή σκαθάρια είναι προσεκτικά αλλά συνάμα γρήγορα κι έχουν ένα ειδικό όργανο για να ανιχνεύουν τις κυματώσεις πίεσης του περιβάλλοντος έτσι ώστε να προσαρμόζουν την κίνησή τους. Η αφίδια σφήκα, από την άλλη, τοποθετεί τα αυγά της μέσα σε άλλα έντομα (συνήθως σε κάμπιες, που βρίσκει σε χωράφια ή στην άκρη πολυσύχναστων δρόμων) σε συστοιχίες λευκών κουκουλιών. Το ραβδωτό σκαθάρι των πεύκων έχει κέρατα! Οι κεραίες του είναι ίσες με το μισό μήκος του σώματός του και τρέφεται αποκλειστικά με νεκρά κόκκινα πεύκα.

Οι μύγες ληστές, έχουν ακίνητα κεφάλια, αλλά μόλις έρθουν κοντά στα θύματά τους, στον αέρα, εγχύουν ένα υγρό που τα παραλύει και μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου τα σκοτώνει. Ο χιονόψυλλος κινείται με έναν από τους πιο περίεργους τρόπους μετακίνησης που απαντώνται στη φύση: έχει μία ακανθωτή ουρά με γάντζους η οποία πιάνει στο έδαφος και τον εκτοξεύει. Επίσης, έχει κι ένα σωλήνα να ξεκινά από την κοιλιακή του χώρα με μόνο λόγο ύπαρξης την απορρόφηση υγρασίας από το περιβάλλον.

Το θηλυκό αλογάκι της Παναγίας κατασπαράζει το αρσενικό κατά τη συνουσία. Το αρσενικό, δε, συνεχίζει το ζευγάρωμα ακόμα κι όταν το θηλυκό του έχει κυριολεκτικά φάει το κεφάλι και κομμάτι του στέρνου του. Κάθε βράδυ, η κοινή σφήκα δαγκώνει το βλαστό κάποιου τυχαίου φυτού, κλειδώνει τα σαγόνια της πάνω στο φυτό, τεντώνεται σε ορθή γωνία σε σχέση με το βλαστό και με τα πόδια της να κρέμονται πέφτει για ύπνο.

Αν κάποιος ρίξει έστω και μία ελάχιστη ποσότητα αλκοόλ σε ένα σκορπιό, αυτός θα τρελαθεί και θα κεντρίσει τον εαυτό του μέχρι θανάτου. Το βομβαρδίζον σκαθάρι, όταν ενοχληθεί, αμύνεται με μία σειρά εκρήξεων — 5 ή 6 στη σειρά. Οι θόρυβοι που κάνει μοιάζουν με τον ήχο βολής αεροβόλου και συνοδεύονται από ένα νέφος κόκκινου, αηδιαστικού υγρού.

Είναι επίσης γνωστό ότι τα μυρμήγκια έχουν σκλάβους. Μια συγκεκριμένη ποικιλία, τα λεγόμενα αιματηρά μυρμήγκια, επιτίθενται στις φωλιές άλλων φυλών, σκοτώνουν τη βασίλισσα, και απαγάγουν τους εργάτες. Οι εργάτες μεταφέρονται πίσω στη φωλιά των απαγωγέων τους, οι οποίοι τα εξαναγκάζουν να κάνουν όλες τις μικρές, ασήμαντες, βαρετές δουλειές.

Και όπως είπαμε και το προηγούμενο εξάμηνο, τα μυρμήγκια-στρατιώτες, αν πέσουν πάνω σας, δε θα αφήσουν τίποτα πέρα από τα κόκκαλά σας.

Ίσως έχετε συναντήσει κάποια από αυτά τα έντομα στη ζωή σας, να επιδεικνύουν τόσο τα κυνηγετικά όσο και τα αμυντικά χαρακτηριστικά τους. Συνήθως μέσα σε τοιχώματα σάρκας, μεταμφιεσμένα ως αυτό που οι πιο πολλοί από εμάς θα αναγνώριζαν ως…

…άνθρωπο.


Arsebanging Friday # I accidentally the whole post!

20 Φεβρουαρίου, 2009

Αυτό, αυτό και μετά αυτό. Τέλος.


Arsebanging Friday # mental-penetration-for-the-masses

13 Φεβρουαρίου, 2009

Όταν κατάλαβε πόσο άγαρμπα είχε κουνήσει τον αγκώνα του ήταν αργά. Η Πάτυ είχε ξυπνήσει. Οι πρώτες αχτίδες του ηλίου, ως άλλο φως αληθινό, έσωσαν τον Προκόπη από τα αμήχανα, ολόμαυρα μάτια της Πάτυς. Τα επόμενα 27 δευτερόλεπτα κύλησαν σιωπηλά. 

Ο Προκόπης άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, αλλά δεν πρόλαβε. Η Πάτυ του το έκλεισε με ένα γλωσσόφιλο. “Ας αφήσουμε τα λόγια για μετά,” του είπε, του έκλεισε το μάτι, και σηκώθηκε από το κρεββάτι. Το βλέμμα του Προκόπη έπεσε στο τατουάζ της, στρατηγικά τοποθετημένο στο μέρος που η πλάτη αλλάζει όνομα (και δε γίνεται σβέρκος). Μια συστάδα από παράλληλες γραμμές προκαλούσε το θεατή να τις αποκρυπτογραφήσει. Ο Προκόπης αποφάσισε ότι ο μόνος τρόπος λύσης του δεσμού ήταν να διαγράψει όλες τις γραμμές του παρελθόντος με μία, μοναδική, διαγώνιο. Ήταν αυτή η διαγώνιος.

Όταν η Πάτυ βγήκε από το δωμάτιο, τα μάτια του Προκόπη έπεσαν στα σκόρπια ρούχα και εσώρουχα στο πάτωμα του δωματίου. Αποφάσισε μετά από πολύ καιρό ότι αυτό το πρωινό δε θα έβλεπε τα emails του. Παρ’ όλα αυτά πήγε στον υπολογιστή για να βάλει λίγη μουσική. Πάτησε το κουμπί του shuffle, και μετά το play. Οι πρώτες νότες των Elbow δεν ήταν καθόλου τυχαίες. Το άφησε να παίζει κοιτώντας φωτογραφίες στον τοίχο από το δικό του παρελθόν. Κι αυτό ήθελε να το διαγράψει με την ίδια διαγώνια γραμμή. Τη σκέψη του διέκοψε το χτύπημα στην πόρτα.

Πάτυ: Να μπω;
Προκόπης: Θες;
Πάτυ: Το μόνο σίγουρο.
Προκόπης: Μπες. Τα σκυλιά είναι δεμένα, κι εγώ δε δαγκώνω.
Πάτυ: Μπα; Από πότε;

Χαμογέλασαν. Οι καφέδες στα χέρια της άχνιζαν. “Ωχ, είχα καφέ;” αναρωτήθηκε ο Προκόπης. “Γιατί, είχες και κανέναν να κεράσεις;” ανταπάντησε η Πάτυ. “Δε θα τα πάμε καλά εμείς οι δύο,” είπε ο Προκόπης. “Το ξέρω, καλά που το κατάλαβες κι εσύ.” Ο Προκόπης ξεφύσηξε με νόημα. “Το παρακάμπτω,” είπε. Και συμπλήρωσε “τι ώρα έχει πάει;” Το βλέμμα της Πάτυς διέσχισε τις φωτογραφίες του παρελθόντος του Προκόπη, κοντοστάθηκε σε κάποια που της έμοιαζε, και κατέληξε στο ρολόϊ. Τελευταία φορά που το κοίταξε ήταν 5:38 το πρωί.  Τώρα ήταν 1:18 το απόγευμα. “Πάμε για κανά brunch;” ρώτησε ο Προκόπης. “Ξέρω ένα ωραίο μαγαζάκι εδώ κοντά.”

Πάτυ: Θα πρέπει να ντυθούμε όμως.
Προκόπης: Εντάξει, δε χάλασε ο κόσμος αν αργήσουμε και δέκα λεπτά. Το μαγαζί δε φεύγει. 

Κάθησαν στο Hector’s κατά τις 3:00.

Το αυτί τους πήρε μία παρέα Ελλήνων στο διπλανό τραπέζι να συζητάει για αεροπλάνα και αεροπορικά δυστυχήματα. Ήταν ο Δρ. Χουζούρης και η ιπτάμενη παρέα του. “Τελικά δεν υπάρχει διαφυγή,” είπε η Πάτυ.  ”Από τους Έλληνες;” εύλογα ρώτησε ο Προκόπης. “Όχι, από τα αεροπλάνα,” απάντησε όλο νόημα η Πάτυ.

Η καλλίπυγος, εξ άπω Ανατολής ορμώμενη, σερβιτόρα τους διέκοψε για να πάρει παραγγελία. Eggs benedict with salmon η Πάτυ, full Scottish breakfast ο Προκόπης, γιατί ένιωθε λίγο αδύναμος. “Και τι κάνουμε τώρα;” τη ρώτησε μέσα στην αδυναμία του.

Πάτυ: Μήπως να πούμε στους διπλανούς μας να μιλάνε πιο σιγά;
Προκόπης: Σε κάνουν να νιώθεις άβολα;
Πάτυ: Όχι, αλλά μου θυμίζουν τα αεροπλάνα.
Προκόπης: Τα αεροπλάνα έχουν πολλές θέσεις. Και πετάνε τακτικά.
Πάτυ: Ναι, αλλά σε κάθε θέση μόνος σου κάθεσαι.
Προκόπης: Και στη διπλανή θέση;
Πάτυ: Εξαρτάται… Πας ή έρχεσαι;
Προκόπης: Ή πηγαινοέρχεσαι.
Πάτυ: Ναι, αλλά αυτό είναι κουραστικό.

Η σερβιτόρα έσωσε την κατάσταση φέρνοντας την παραγγελία τους. Μετά τις πέντε πρώτες μπουκιές τα μαχαιροπήρουνα καταλάγιασαν.

Προκόπης: Πότε είπαμε πετάς;
Πάτυ: Έχω ανοιχτή επιστροφή.
Προκόπης: Για πόσο καιρό;
Πάτυ: Για όσο χρειάζεται.
Προκόπης: Καμιά εκτίμηση;
Πάτυ: Αν με ρωτούσες χθες το απόγευμα, θα σου έλεγα ένα βράδυ.
Προκόπης: Μα πέρασε ένα βράδυ.
Πάτυ: Τότε ένα βράδυ ακόμα.
Προκόπης: Fair enough.

Μέχρι να τελειώσουν το φαγητό δεν ξαναμίλησαν. Το φαγητό έφερε ποτό. Το ποτό έφερε ζάλη. Η ζάλη έλυσε τις γλώσσες. Οι λυμμένες γλώσσες αφού αντάμωσαν, ζήτησαν με μία φωνή το λογαριασμό.

Προκόπης: Νυχτώνει.
Πάτυ: Πρέπει να επιστρέψουμε.
Πρόκοπης: Στην πραγματικότητα;
Πάτυ: Όχι, στη νύχτα.
Προκόπης: Την τελευταία;
Πάτυ: Απλά την επόμενη. 

Φόρεσαν τα παλτά τους και με αργά βήματα προκαλώντας το χρόνο να τους ξεπεράσει, περπάτησαν προς το κέντρο.

“Πρέπει να πάω από το ξενοδοχείο να σουτάρω και τον Αυστραλό,” είπε η Πάτυ. “Το βράδυ λοιπόν,” απάντησε ο Προκόπης. “Το βράδυ.” Χώρισαν στην κορυφή της Frederick. Ο Προκόπης δεν πήγε αμέσως σπίτι. Έστριψε βόρεια, και πήγε στο λιμάνι να δει αν κουνιώνται οι βάρκες. Έπρεπε να διαλογιστεί. Όφειλε να διαλογιστεί.

(του μπι κοντίνιουντ)

Όπως κατάλαβες παιχνιδιάρη αναγνώστη μου, είμαστε κι εμείς παιχνιδιάριδες και κάναμε μία ακόμη συγγραφική παρτούζα. Αλλά δεν ήμασταν ντουέτο. Ήμασταν τρίο, είχαμε και Lucky Pierre: το Μπυρατή. Για λόγους πληρότητας αναφέρουμε και τους μαγικούς ζωμούς που μας έδωσαν ώθηση στη συγγραφή: πάντα χρειάζεται μια σαμπάνια Francois Dubois. Αλλά ακόμα περισσότερο χρειάζεται ένα Bulleit bourbon.


Arsebanging Friday # long-distance-callers-make-long-distance-calls

6 Φεβρουαρίου, 2009

Όσο και αν δεν το περίμενες ριψοκίνδυνε, αγέρωχε και θαρραλέε μου αναγνώστη, έφτασε και αυτή η βδομάδα στο τέλος της. Η πρώτη Παρασκευή του Φλεβάρη διανύει ήδη τις πρώτες ώρες της, πρόθυμη να φύγει άρων-άρων και να παραχωρήσει τη θέση της σε ένα παιχνιδιάρικο, ανέμελο και ζωηρό Σαββατοκύριακο, το οποίο, παρόλα αυτά, δεν είναι καθόλου διατεθειμένο να παραδοθεί εύκολα στις πρώϊμες ορέξεις του πρώτου τυχόντος arsebanger. Δια τούτο και θα πρέπει να είσαι υπομονετικός και επίμονος.

Ο δρόμος είναι γενικά ανηφορικός και η ανάβασή του δύσκολη. Αυτά σκεφτόμουνα επιστρέφοντας από το εργαστήριο στα Paraeksi Studios. Η φώτιση όμως δεν άργησε να έρθει. Αφού ο δρόμος είναι ανηφορικός, αυτό σημαίνει ότι αν τον πας ανάποδα, θα γίνει κατηφορικός. Ε? Λογικό δεν ακούγεται? Το αυτό αποφάσισα και εγώ λοιπόν. Θα προτιμήσω την κατηφορική οδό — θα φτάσω και πάλι εκεί που ξεκινάει ο ανήφορος δηλαδή. Και τότε βλέπουμε. Και ξεκίνησα. Δεν είχα προλάβει να να κάνω ούτε δέκα βήματα στον κατήφορο, όταν συνειδητοποίησα το αυτονόητο: όλες αυτές οι πινακίδες που στον ανήφορο τις έβλεπα ανάποδα (από πίσω), στον κατήφορο φαίνονται κανονικά. Η μπροστινή τους όψη είναι στέκεται μπροστά στα μάτια μου μεγάλη, φοσφωρίζουσα και ευδιάκριτη. Και όχι μόνο αυτό. Κάθε πινακίδα που βλέπω στο δρόμο μου, μου προσφέρει απλόχερα και από ένα link. Το περίμενες ε? Πονηρούλη… 

Για πάμε:

  • Αν νομίζετε ότι το σπίτι σας σας πνήγει που και που, δείτε και αυτό. Ίσως σας κάνει να αλλάξετε γνώμη.
  • Από μικρό και από χαζό μαθαίνεις την αλήθεια που λένε. Indeed.
  • Υπάρχει και αυτό βέβαια για τα μικρά. Αν και πιστεύω ότι οι δυσκοίλιοι θα το εκτιμούσαν περισσότερο…
  • Και μιας που το πιάσαμε το θέμα, ας προσθέσω και τη γιαπωνέζικη πινελιά. Ως συνήθως, κάνει τη διαφορά.
  • Και την τούρκικη. Γιατί όχι?
  • Να μου προσέχεις καλέ μου αναγνώστη, γιατί γνωρίζω ότι είσαι ευαίσθητος και αγαπησιάρης, ειδικά στα πρώτα σου βήματα. Η επιστήμη διαφωνεί. Να την ακούς.
  • Επειδή είμαι σίγουρος ότι το pong το κατέχεις, πάρε και μια πιο προχωρημένη version να κάψεις λίγο ακόμα από τον πολύτιμο (λέμε τώρα) χρόνο σου.
  • Πολλές φορές τα λόγια είναι περιττά. Αυτή είναι μία από αυτές.
  • Αυτή είναι άλλη μία.
  • Το φαγητό και ο ύπνος είναι το τελευταίο καταφύγιο. Το ξέρεις, φαντάζομαι. Ανυπομονώ να μάθω από πρώτο χέρι τι λέει ο συνδιασμός τους. Εννοείται, το έχω παραγγείλει και το περιμένω…
  • Για extreme περιπτώσεις, βέβαια, ίσως αυτό να είναι πιο αποτελεσματικό. Τώρα που το σκέφτομαι, ναι. Πρέπει να το δοκιμάσω.
  • Ε ναι, λοιπόν, περδικλώθηκα και έπεσα. Πρόβλημα? Ε? Πρόβλημα? Α πρόβλημα ε
  • Παίξε και λίγο γιουτιουμπικό street fighter. Όχι τίποτα άλλο, μη μας πεις και προβλέψιμους στο τέλος…
  • Μάθε τέχνη και άσ’ την. Και αν τα παίξεις, πιάσ’ την.
  • Αν πάλι, νομίζεις ότι δεν υπάρχει μέλλον ούτως ή άλλως, το ημερολόγιό σου μπορεί να σου αλλάξει άποψη…
  • Ιδού λοιπόν και η απόδειξη ότι μερικοί άνθρωποι έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο ακόμα και από σένα ταπεινέ μου arsebanger…
  • Και το καλύτερο για το τέλος. Is this real life?
  • Εδώ και κάμποση ώρα το παλιό γραμμόφωνο του Paraeksi Studios παίζει το Θωμά που Περιμένει. Ναι, a tango till they’re sore. Watch out for the confetti…

Ήμουν απλός, ταπεινός και φρόνιμος σήμερα. Αυτό τουλάχιστον οφείλεις να το παραδεχτείς. Εσύ, βέβαια, δε χρειάζεται να είσαι. See you on the dance floor…


Arsebanging Friday # fap-fap

30 Ιανουαρίου, 2009

Πέρασαν ίσα με 2-3 μέρες μέχρι ο Προκόπης να διηγηθεί τα νέα του στην παρέα του Παραέξι. Ακολούθησε μια τρίωρη ψυχοθεραπεία από τους έμπειρους — στη ζωή, τον έρωτα και τον αλκοολισμό — ξενιτεμένους επιστήμονες του Παραέξι και τα πράγματα μπήκαν στη θέση τους. Ναι, καλά το υποψιαστήκατε, ο Προκόπης έφυγε πιο μπερδεμένος και αρκετά πιο πιωμένος, απ’ ότι πήγε στα Paraeksi Studios. Αλλά δεν είχε και πολλή σημασία. Δώσε έμφαση στο “πολλή”. Γιατί μια κάποια σημασία την είχε, όπως και να το κάνουμε. Έτσι και αλλιώς, όμως, μέχρι το ερχόμενο Σαββατοκύριακο δεν επρόκειτο να βγει με την Πάτυ (από το Αφροξυλάνθη), καθώς η τελευταία είχε επιστρατεύσει οποιαδήποτε υπαρκτή και ανύπαρκτη δικαιολογία για να αναβάλει την — οπωσδήποτε αναπόφευκτη — συναντησή τους. Και εσύ αναγνώστη μου που  περιμένεις με αγωνία να μάθεις τη συνέχεια της ιστορίας θα πρέπει να συνειδητοποιήσεις δύο πράγματα: αφενός, για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, το γυναικείο φύλο (ή έστω η εν προκειμένω αντιπρόσωπός του) απεχθάνεται να εκφραστεί στα ίσια (είτε θετικά είτε αρνητικά — λίγη σημασία έχει για την οικονομία της ιστορίας μας either way) και να βάλει τα πράγματα στη θέση τους από νωρίς. Αφετέρου, πρέπει να αποδεχτείς ότι έχεις να κάνεις με μέγιστους αυνανιστές σε αυτό το blog, που προτιμούν να σου αραδιάζουν ένα σωρό πίπες από το να τελειώσουν επιτέλους μια ιστορία στην ώρα τους, με ένα αξιοπρεπή τρόπο. Αν δεν το έχεις, επίσης, υποψιαστεί, γεγονός που θα με λυπούσε μέχρι μονορουφιξιωδούς αδειάσματος του ποτηριού με το ξενέρωτο λευκό κρασί που έχω μπροστά μου, όλες αυτές τις ημέρες ο Προκόπης ζει και αναπνέει μουρμουρίζοντας κάτι σαν προσευχή μέσα από τα δόντια του. And guess what, you were right there. Whoa-ho! Livin’ on a prayer! 

Μην είσαι αυστηρός απέναντί μας, παρ’ όλα αυτά, αγαπημένε μου αναγνώστη γιατί οι καιροί είναι χαλεποί. Όλοι οι άλλοι εκτός από τον υπογραφόμμενο και τον ως-άλλος-notis-κάνω-διεθνή-καριέρα-με-greeklish-nickname daskalos εξασκούν την αναγόμενη από-τέχνη-σε-επιστήμη και από-επιστήμη-σε-τέχνη πανάρχαια πρακτική της σαρκικής — ενίοτε και συναισθηματικής — συνευρέσεως, έστω και κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Φαντάζεσαι, φαντάζομαι: σχέσεις εξ’ αποστάσεως, σχέσεις με άτομα του ιδίου (ή ακόμα και απροσδιορίστου φύλου), σχέσεις με ηλικιακό χάσμα άνω της δεκαετίας, σχέσεις με άτομα άλλων φυλών, επαφές σε τριτοκλασσάτα ξενοδοχεία ημιδιαμονής ετσέτερα ετσέτερα (ναι, ό,τι φοβάστε για το ποιόν μας είναι μάλλον αλήθεια). Σε ότι αφορά τον υπογραφόμενο βέβαια, αυτό το fap-fap είναι τόσο εύηχο, όσο και εύκολο. Δύσκολο να αντισταθεί κανείς. Αν και κάνω φιλότιμες προσπάθειες — αν θέλετε με πιστεύετε. Α, και μια ακόμη παρατήρηση. Πριν το πρώτο ποτήρι με το ξενέρωτο λευκό κρασί ακόμα και ο τίτλος του post έμοιαζε δυσκολότερος ακόμα και από το να ζητήσω το τηλέφωνο της χαριτωμένης Γαλλίδας που δουλεύει στο Susie’s (για κακή μου τύχη βέβαια, εκεί πάω πάντα ξενέρωτος). Με το που ξεκίνησε το τρίτο όμως, οι λέξεις γράφονται από μόνες τους. Για δες κάτι πράγματα. Αν δεν τελειώσει το μπουκάλι νωρίς, μπορεί να σου γράψω και τη συνέχεια της ιστορίας του Προκόπη. Αλλά όχι. Αυτό θα έριχνε πολύ τα hits του παρόντος postός — γιατί οι περισσότεροι αναγνώστες μας κοιτάνε μόνο το πιο πρόσφατο για κάποιο λόγο. Anyway, ο χρόνος θα δείξει.

Α, θέλω και τη γνώμη σου σε κάτι άλλο: λες όταν λείπω από το γραφείο μου να κάθεται κάποιος άλλος στην καρέκλα μου? Και αν ναι, ποιος? Μπερδεμένο σε βλέπω. Ίσως μερικά links  να σου αλλάξουν γνώμη:

  • Όσο δε θέλω να το πιστέψω, άλλο τόσο θα με κάνει να αδειάσω μονορουφιξιωδώς το τέταρτο ποτήρι κρασί, το γεγονός ότι κοιτάς τον τίτλο του postός αυτού και αναρωτιέσαι που παραπέμπει. Ιδού. It’s OK. Everybody’s doing it.
  • Ένα close-up με τον ανυποψίαστο διδακτορικό φοιτητή αφημένο στη φροντίδα της μαμάς Επιστήμης & Έρευνας.
  • Μεγάλο πράγμα η ειλικρίνια.
  • Τελευταία είχα σχηματίσει την εντύπωση ότι τα ηχεία σε ένα σπίτι είναι παντελώς άχρηστα από τη στιγμή που υπάρχουν τα ακουστικά, με τα οποία ακούς ό,τι θες, σε όση ένταση θες, χωρίς να ενοχλείς τον ινδό συγκάτοικό σου. Αυτό ίσως με κάνει να αλλάξω γνώμη…
  • Όσες ώρες δεν τις περνάμε κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους του εργαστηρίου μας, αρεσκόμαστε στην εξερεύνηση της φύσης. Η τελευταία μας ανακάλυψη, όπως μπορείτε να φανταστείτε, φαντάζομαι, έχει δώσει τη λύση σε αρκετά προβλήματά μας.
  • Ήρθε η ώρα να μετρήσουμε τα δάχτυλά μας. Όποιος το έχει κοντό, απλά το τείνει προς τους υπόλοιπους, no worries.
  • Πάρε και το παιχνιδάκι σου, να κωλοβαρέσεις σαν άνθρωπος. Μόνο που αυτή τη φορά παίζεις απέναντι στον εαυτό σου. Μουαχαχαχαχα…
  • Οι μάχες μεταξύ των δύο φύλων αποκτούν νέες διαστάσεις στον αιώνα που διανύουμε. Γι’ αυτό και εμείς τις αποφεύγουμε συνειδητά. Περίπου.
  • Ως εκ του άνωθεν, επενδύουμε το χρόνο μας στην αναζήτηση της καλύτερης κούπας για καφέ. Εδώ, κάτι κάνουμε.
  • Μερικές φορές, απλά δε σε θέλει. Δε μπορείς να κάνεις πολλά γι’ αυτό.
  • Τελικά ο γιαπωνέζικος πολιτισμός είναι πραγματικά ανεξάντλητος. Έχω άδικο;
  • Οδηγός προς ναυτιλομένους. Αν και στο πέλαγος τα πράγματα είναι ΠΟΛΥ διαφορετικά.
  • Παίξε λίγο ακόμα, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι σου επιφυλάσσει το βράδυ της Παρασκευής.
  • Υποθετική (;) κατάσταση: έχεις καλέσει το κρυφό σου αίσθημα στο σπίτι (κεριά, ιστορίες κτλ) με σκοπό να το κάνεις φανερό — και δικό σου. Έχεις πιεί 2-3 ποτάκια ήδη για να χαλαρώσεις και να μπορέσεις να εκφράσεις τα ενδόψυχά σου. Και τότε έρχεται η ώρα να της φτιάξεις ποτό. Δυστυχώς, για σένα, έχεις πιει όμως λίγο παραπάνω και πάνω που πας να της βάλεις πάγο, κάνεις όλη την κουζίνα $#!#@!&. Η κοπελιά καταλαβαίνει ότι είσαι γκολ, φοράει το παλτό της και φεύγει. Με λίγα λογια, ήττα. Όχι πια. Υπάρχει αυτό. Και αν δεν κάτσει το κορίτσι, τουλάχιστον θα πιεις ένα ποτό σαν άνθρωπος. Λίγο είναι αυτό;
  • Να σε μορφώσω και λίγο. Ιδού πως λειτουργούσαν οι φάροι των σωβιετικών. Ε? ε?
  • Βιντεάκια με ζώα. Πόσο κακό μπορεί να είναι;
  • Τελευταία σιγοτραγουδάω συνεχώς αυτό (για λόγους πολύ άσχετους με το video). Δε θέλω να σε ρίξω όμως, γι’ αυτό θα σου παίξω κάτι πιο ανθρώπινο. Μάλλον ένα από τα λίγα τραγούδια που μου αλλάζει τη διάθεση σε χρόνο dt. Εντζόϋ.

Όλα καλά λοιπόν. Αύριο ξημερώνει μια νέα μέρα και θα κάνω όλα όσα δεν τόλμησα να κάνω σήμερα. Rofl. Fap-fap. Rofl.


Arsebanging Friday # living-on-a-prayer

23 Ιανουαρίου, 2009

Το παρόν ποστ είναι άλλη μία συγγραφική παρτούζα μεταξύ των δύο γνωστών αγνώστων ξυγγραφέων του μπλόγκ, του Δρ. Αφάνα και του Δασκάλου.  Μετά από τόσες παρτούζες κάποιοι κακκεντρεχείς αγάμητοι ίσως μας πουν μπούστηδες, but that we can bear (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!). Η συνεύρεσις όμως ήτω απαραίτητη για να μοιραστούμε μία ιστορία μαζί σας, γιατί η ιστορία is gasping for air (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!). Και τι πιο φυσικό από το να επιλέξουμε αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας και με εσάς, αλλά και με τα παλαιά μέλη, μιας και δεν είμαστε πια όλοι στο Εδιμβούργο and that’s not fair (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!). Δυστυχώς αυτή τη φορά δεν είχαμε σαμπάνια, αλλά ένα old-fashioned bourbon, a whiskey from the frontier (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!). Ξεκινάμε αμέσως, λοιπόν, χωρίς φόβο, με πολύ πάθος, και ακόμα περισσότερο flair (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!)…

Ο άνεμος λυσσομανούσε εκείνη τη νύχτα στο Εδιμβούργο κάνοντας τις νιφάδες του χιονιού να χορεύουν πρόστυχα στο πέρασμά του.  Όπως θα έλεγαν και οι ντόπιοι, “what’s up with that motherfucking air?”  (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!). Ο ήρωας της ιστορίας μας, ας τον πούμε Προκόπη, σαν τον υπουργό Εσωτερικών μας, το καμάρι μας, το λεβέντη μας, τον κουμανταδόρο μας, περπατάει αμέριμνος στο δρόμο, με τα ακουστικά του εμ-πι-θρι-όφωνου στ’ αυτιά, ακούγοντας ένα καταπληκτικό τραγούδι που σημαδεύει τη ζωή των πάντων, και σκεπτόμενος με τα φτωχά αγγλικά του “man, that’s a kick-ass song, I swear” (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!). Πήγαινε να βρεί τους Αυστραλούς φίλους του, μακρυά από την καθημερινή Ελληνική του παρέα, προκειμένου να συμμετάσχει σε ένα από τα Σκωτσέζικα έθιμα, τη Burns Night. Η μοίρα όμως του επεφύλασσε ένα ύπουλο παιχνίδι.

Φτάνει στο σπίτι και ανοίγοντας την πόρτα και μετά τις απαραίτητες πρώτες συστάσεις, βλέπει ένα γνωστό πρόσωπο που έκανε τα πάντα να το ξεχάσει. Αυτό της πρώην του, της Ρίκας (από το Μαρίκα).  Δεν ήταν όμως η πρώην του. Έμοιαζε διαφορετική, κάτι στα μαλλιά της. “Has she coloured her hair? (Whoa-ho!  Livin’ on a prayer!)” σκέφτηκε. (Σ.M. (σημείωση του μπλόγκερ): η Ρίκα (από το Μαρίκα) είχε μία δίδυμη αδερφή η οποία τα τρία χρόνια που ο Προκόπης, το καμάρι μας, ο λεβέντης μας, ο κουμανταδόρος μας, ήταν μαζί της, σπούδαζε κοπτοραπτική — haute couture — στην Αυστραλία: την Πάτυ (από το Αφροξυλάνθη).  Δεν είχαν συναντηθεί ποτέ, αλλά κανένας δεν αγνοούσε την ύπαρξη του άλλου.  Γνωρίζονταν μόνο από σκόρπιες untagged φωτογραφίες στο Φατσοβιβλίο.) Την έκπληξη στο πρόσωπο του Προκόπη διαδέχτηκε η απορία.  Μαζεύοντας τις τελευταίες σταγόνες δύναμης του πληγωμένου και αναστατωμένου εγωισμού και ψυχισμού του αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα και να της μιλήσει (I should really pause my MP3 player. (Whoa-ho!  Livin’ on a prayer!)):

Προκόπης: Ρίκα;
Πάτυ (Σ.Μ.: βλακεία κάναμε, και τα δύο αρχίζουν από ‘Π’ και θα ξεκωλιαστούμε να τα γράφουμε ολόκληρα.): Προκόπη;
Προκόπης: Ρίκα!  Πώς από δω; (σκεπτόμενος, “τόσα χρόνια που τά’ χαμε, φοβόσουν τα αεροπλάνα μωρή!”)
Πάτυ: Με έπεισε να έρθω το αγόρι μου ο Paul (από το Paul).  Γνωριστήκαμε στην Αυστραλία.  Αλλά γιατί με λες Ρίκα (από το Μαρίκα);

Ο Προκόπης ξαφνιάστηκε (για δεύτερη φορά — εύκολα ξαφνιάζεται αυτό το παιδί) και δεν ήξερε τι να πει. “Το παίζεις και άγνωστη τώρα;  How do you dare! (Whoa-ho!  Livin’ on a prayer!)” σκέφτηκε.  Πήγε να το πει, αλλά του βγήκε λίγο διαφορετικό: “Τι εννοείς καρδούλα μου;” Η Πάτυ μόρφασε.

Πάτυ: Δεν έχουμε γνωριστεί, αλλά ξέρω για σένα. Είμαι η Πάτυ.
Προκόπης: Πάτυ;  Άσε με να μαντέψω.  Από το Αφροξυλάνθη;

Την άβολη σιωπή διέκοψε η αναγγελία για σιωπή για την απαγγελία.  Ο kiltοφορών Σκωτσέζος άνοιξε ένα μπουκάλι ουίσκι, κέρασε όλο τον κόσμο, ανέβηκε στην δεξιά του καρέκλα (η αριστερή ήταν σπασμένη) και με στεντόρια φωνή ξεκίνησε την πρώτη στροφή — παραλλαγή του παραδοσιακού ποιήματος που απαγγέλουν σ’ αυτές τις περιστάσεις:

There once was a girl from Kilkenny
Whose usual fee was a penny
But for a nominal sum
You could roger her bum — a source of amusement to many!

Το τέλος της απαγγελίας έδωσε νέα τροπή στην κουβέντα καθώς η θύμηση των σεξουαλικών του πρακτικών με τη Ρίκα (από το Μαρίκα) κατέκλυσε το μυαλό του Προκόπη, του καμαριού μας, του λεβέντη μας, του κουμανταδόρου μας:

Προκόπης (καμάρι, κλπ): Είσαι το τελευταίο άτομο που περίμενα να βρω εδώ.
Πάτυ: Είμαι το τελευταίο άτομο που περίμενα να έρθει εδώ.
Προκόπης: Δίδυμες δεν είστε είπαμε;
Πάτυ: Το ξέρεις.
Προκόπης: Το βλέπω κιόλας. Τώρα. Πρώτη φορά. Λύσε μου όμως μία απορία.
Πάτυ: Μη ρωτήσεις για τη Ρίκα (από το Μαρίκα).
Προκόπης: Όχι.
Πάτυ: Πες.
Προκόπης: Εσύ γιατί θα τον παρατήσεις;
Πάτυ: Ποιον;
Προκόπης: Τον Paul.
Πάτυ: Γιατί σου μοιάζει.

Από μέσα της σκέφτηκε ότι ήταν πολύ εύκολο. “It’s like high-fiving a bear (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!)”  Και συμπλήρωσε (αυτό απ’ έξω της):

Πάτυ: Είναι ένα καλό παιδί.
Προκόπης: Και γιατί βρέθηκες μαζί του;
Πάτυ: Γιατί ήταν ένα άγνωστο καλό παιδί.
Προκόπης: Κι αν ήταν ένα γνωστό κακό παιδί;
Πάτυ: Τότε θα είχε βρεθεί αυτός μαζί μου, όχι εγώ μαζί του.
Προκόπης (καμάρι κλπ — να μην ξεχνιόμαστε): Οπότε είστε μαζί γιατί δεν υπάρχει κάτι καλύτερο;
Πάτυ: Μπορεί να γίνει ένας καλός φίλος.
Προκόπης: Τα καλά παιδιά δε θέλουν κακούς φίλους.  Έχουν λίγους αλλά καλούς. Είναι καλά παιδιά.

Η Πάτυ ξεροκατάπιε.  Έπρεπε να αλλάξει θέμα γρήγορα γιατί φοβήθηκε ότι δεν την έπαιρνε.

Πάτυ: Εσύ γιατί είσαι ακόμα εδώ;
Προκόπης: Γιατί κι η αδερφή σου ήταν καλό παιδί.

Όντως δεν την έπαιρνε.  Έκανε μία ακόμη προσπάθεια.

Πάτυ: Εσύ έχεις προχωρήσει;
Προκόπης: Αυτό χρειάζεται περισσότερο αλκοόλ.  Ξέρω ένα μπαράκι κοντά στη George Square (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!). Ψήνεσαι;

Ο οικοδεσπότης του γέμισε το ποτήρι και του είπε ότι είναι η σειρά του: “Oi mate, get on the chair! (Whoa-ho! Livin’ on a prayer!).” Ο Προκόπης ανέβηκε έτοιμος στην καρέκλα, έφτυσε στο τζάκι για να καθαρίσει το λαιμό του, και απήγγειλε το θανατερό τετράστιχο:

I have an audience with the pope
And I’m saving the world at 8
But if she says she needs me, she says she needs me
Everybody’s gonna have to wait

Όταν το χειροκρότημα καταλάγιασε, κατέβηκε. Την κοίταξε. Ξαναέκανε την ερώτηση: “Ψήνεσαι;”

Η φωτιά στο τζάκι έσβησε, αλλά η Πάτυ (από το Αφροξυλάνθη) είχε καεί.

(του μπι κοντίνιουντ)

Προφανώς όλα αυτά τα γράψαμε so we could link right there – Whoa-ho! Livin’ on a prayer!


Arsebanging Friday #oingo-boingo-zdup

16 Ιανουαρίου, 2009

Λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος, αποφασίσαμε όπως ακυρώσουμε το σήμερα.  Ο τρόπος με τον οποίο το καταφέραμε είναι να μεταφεθούμε στα νησιά Kermadec και ως εκ τούτου να είμαστε (ακόμα πιο) μπροστά από τον υπόλοιπο κόσμο.  Όταν αλλάξει η μέρα για δεύτερη φορά εκεί, τότε θα επιστρέψουμε στη βάση μας και πίσω στο κοντινό παρελθόν (από το εγγύς μέλλον) χωρίς κανένα μα κανένα πρόβλημα δια ημάς.  Μόνο δια υμάς θα είναι το πρόβλημα, αγαπητοί αναγνώστες, μιας και ένα ακόμη πυγοραπιστικό ξύπνημα έγινε πισινοκρουστικός ύπνος καθώς… ε… κωλοβαράγαμε και δε βρήκαμε links.

Δηλαδή, να λέμε και του στραβού το δίκιο, βρήκε ο Αφάνας ο μεγαλοπρεπής links, αλλά ο Δάσκαλος ο εξω-απο-δώ δε βρήκε χρόνο για τον απαραίτητο σχολιασμό του περιεχομένου τους.  Ως συνήθως λοιπόν, κατηγορήστε με.  Μου αρέσει.  Με κάνει καλύτερο.

Πάρτε όμως ένα τραγουδάκι.

Αυτά.  Καληνύχτα σας.  Καλημέρα σας.  Τι ώρα είναι;


Arsebanging Friday # Business As Usual

9 Ιανουαρίου, 2009

Γκούχου-γκούχου. Γκούχου-γκούχου. Έχει κλείσει πολύτιμε αναγνώστη μου ο λαιμός μου από τις αλλεπάλληλες κραιπάλες των εορτών και μετά δυσκολίας απαγγέλω το παρόν post στο μπάτλερ του Paraeksi για να τη δακτυλογραφήσει. Όπως και πέρυσι, οι γιορτές και οι άδειες πέρασαν πολύ γρήγορα, μαζί και η παραμονή στα πάτρια εδάφη και να ‘μαστε πάλι στο πολυτραγουδισμένο μας Εδιμβούργο. Αναρωτιέμαι πόσα χρόνια πρέπει να περάσουν ακόμα για να καταλάβουμε ότι οι διακοπές και οι άδειες πάντα θα περνούν γρηγορότερα απ’ ότι περιμέναμε πριν αρχίσουν. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου στο τέλος των διακοπών πάντα τα ίδια λέω και ακούω. Ρε μπας και πρόκειται για συνομωσία; Anyway, θα το ψάξω καλύτερα στις διακοπές του Πάσχα. 

Συνεχίζοντας το μεθεορταστικό κλαψομούνιασμα, must χαρακτηριστικό των απανταχού — ξενιτεμένων κυρίως — φοιτητοεπιστημόνων, ήμουν έτοιμος να παραπονεθώ για τον όγκο και το βαθμό δυσκολίας της δουλειάς που βρήκα να με περιμένει με το που προσγειώθηκα στο αεροδρόμιο, με 3 ώρες καθυστέρηση και μια χαμένη βαλίτσα — ας είναι καλά το Terminal 5. Μετά από λίγο βέβαια σκέφτηκα το πολιτικοκοινωνικό σκηνικό στην Ελλάδα και δεν έβγαλα τσιμουδιά. Από την άλλη βέβαια, από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου και μέχρι τώρα δεν έχω δουλέψει σχεδόν καθόλου, μεταθέτοντας τα πάντα για την επόμενη εβδομάδα. Ακόμα και το παρόν post ήταν αρκετά χλωμό να γραφτεί, ελλείψει links. Αυτό που με έσωσε ήταν ότι ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα με το που μπήκα σπίτι ήταν να ξεκρεμάσω το ημερολόγιο του 2008 από τον τοίχο, να το σκίσω σε μικρά κομματάκια και να το πετάξω στα σκουπίδια. Μην πάει το μυαλό σας μακριά, ο μόνος λόγος που με έσωσε είναι ότι πίσω από το ημερολόγιο υπήρχε στον τοίχο μια ολόκληρη αποικία από μυρμίγκια. Με το που με είδαν, άρχισαν να σκορπάνε σχηματίζοντας περίεργα σχήματα στον τοίχο. Γρήγορα κατάλαβα ότι πρόκειται για links. Τα σημείωσα πρόχειρα σε ένα χαρτί και σας τα παρουσιάζω με την αυτοπεποίθηση του μυρμιγκιού που κουβαλάει ένα σπόρο στη φωλιά του και πιστεύει ότι όλα θα πάνε καλά το χειμώνα. Βγάλτε το μπουρνούζι σας και βουτήξτε στη λινκομπανιέρα:

  • Στις έγνοιες της νέας χρονίας σε ότι αφορά την ερωτική σας ζωή (για την οποία όπως γνωρίζετε είμαστε πολύ ευαίσθητοι) προστίθεται άλλη μία: το internet.
  • Κατ΄άλλους βέβαια, δε χρειάζεται να αγχώνεστε ιδιαίτερα. Το κρέας θα νικήσει όλες τις αντιστάσεις. Το laptop σας, από την άλλη, όχι.
  • Εν όψει της επανόδου από τα πάτρια εδάφη, λάβαμε πολλές ερωτήσεις σχετικά με το πως μπορεί να εισάγει κανείς απαγορευμένες απολαύσεις. Ξέρετε, σπανακόπιτες, κρέατα, φέτα, λάδι, παστίτσιο κτλ κτλ. Να μερικές ιδέες.
  • Δεν το πιστεύω ότι έχω φτάσει στο 4ο link και ακόμα δεν έχει πέσει τίποτα γιαπωνέζικο. Πάρτε λίγο για να έχετε.
  • Ξέρω ότι δε δουλεύεις ποτέ πριν τις 10 Ιανουαρίου, αλλά παρ’ όλα αυτά, θα σου χαρίσω ένα παιχνιδάκι για να περνάς τις ώρες που θα έπρεπε να δουλεύεις. Γιατί, ξέρω από πρώτο χέρι, αυτές οι ώρες είναι γεμάτες βασανιστικές τύψεις και και πολλές κούπες/ποτήρια για πλύσιμο στο νεροχύτη.
  • Για όσους από εσάς δεν εκτιμάτε το διάβασμα, ιδού ένα review στο Amazon που θα σας κάνει να αλλάξετε γνώμη.
  • Ιδού το νέο μου hobby. Τουλάχιστον όταν βρω ένα ζευγάρι πέδιλα του ski να μου περισσεύει.
  • Το κάπνισμα βλάπτει, αυτό είναι γνωστό. Αυτό που δεν είναι γνωστό, είναι ότι υπάρχει ένας πολύ απλός τρόπος για να καπνίζετε λιγότερα τσιγάρα.
  • Η αστυνομία μάλλον έχει πολύ μικρή εμπειρία σε κάποια θέματα.
  • Καμιά δουλεία δεν είναι ντροπή, απλά μερικές είναι λίγο πιο εύκολα παρεξηγήσιμες από άλλες.
  • Παίξε, παιδί μου, παίξε.
  • Οι σημερινές σχέσεις κρύβουν πολλές παγίδες, ακόμα και στα πιο απλά και καθημερινά πράγματα. Πολλές φορές, θανάσιμες παγίδες.
  • Μέρες γιορτινές, μέρες κατάνυξης, πρέπει να βλέπουμε και τα καλά που γίνονται στον τόπο μας. Όπως αυτό. Πρέπει να γίνει θέμα στην ποίηση του Πρέκα πάραυτα.
  • Σας έχει απασχολήσει ποτέ τι είδους είναι τα περισσότερα videos που υπάρχουν στο Youtube; Σε κάθε περίπτωση, η κατηγοριοποίηση αυτή, θα σας θυμίσει πολλά.
  • Όσο και αν τα γιαπωνέζικα τηλεπαιχνίδια είναι τα αγαπημένα μου ever, οφείλω να παραδεχτώ ότι και οι Γάλλοι έχουν πράγματα να αντιπροτείνουν.
  • Πάντως σε αυτό, δε νομίζω ότι έχει κανείς να αντιπροτείνει κάτι.
  • Με το νέο έτος παίζουμε dEUS και βάζουμε την ένταση στο τέρμα: instant street.

Α, ναι. Και πάνω που θα το ξεχνούσα. Καλή Χρονιά μαδαφάκααααζ!!!


Το Εγκεφαλογράφημα

24 Δεκεμβρίου, 2008

Ο καρδιολόγος ήταν κατηγορηματικός. Το εγκεφαλογράφημα έπρεπε να γίνει. Η προ-παραμονή των  Χριστουγέννων είχε φτάσει (χτες, δηλαδή) και δεν πήγαινε άλλο, έπρεπε να βγάλω μια άκρη. Θα έκανα το εγκεφαλογράφημα, θα το πήγαινα στον καρδιολόγο, θα μου έλεγε τι να κάνω και τέλος. Μετά θα επέστρεφα σπίτι για μελομακάρονα και τρυφερούς εναγκαλισμούς με το γιορτινό πνεύμα.

Η εξέταση θα γινόταν σε ένα διαγνωστικό κέντρο στην Κηφισίας. Έφτασα αργά το απόγευμα, μπήκα στην ουρά και περίμενα. Μετά από καμιά ώρα αμήχανης μεν, ουκ ανέμελης δε, αναμονής με φώναξαν. Η εξέταση ήταν πολύ απλή. Μου πέρασαν κάποια ηλεκτρόδια γύρω από το κεφάλι και άρχισαν να παίρνουν διάφορες μετρήσεις. Η όλη διαδικασία διήρκεσε πολύ λίγο και ήταν εντελώς ανώδυνη. Στο τέλος μου είπαν να περιμένω μέχρι να δακτυλογραφήσουν και τυπώσουν τα αποτελέσματα. Μετά από καμιά ώρα τα είχα στα χέρια μου. Τα πήρα και χωρίς να τα ανοίξω βγήκα στο δρόμο, όπου είχε αρχίσει ήδη να βρέχει. 

Χωρίς να θυμάμαι ακριβώς πώς, βρέθηκα καθισμένος σε ένα κοντινό καφέ. Άνοιξα το φάκελο με τα αποτελέσματα. Όλες οι μετρήσεις ήταν καλές και τα σχόλια του γιατρού φαίνονταν OK, αν εξαιρέσει κανείς μια παρατήρηση ότι κάποιες σκέψεις φαίνεται να έκλεβαν πολλή από την ενέργειά μου και ότι ο εγκέφαλός μου φαινόταν να είναι πολύ επικεντρωμένος πάνω σε αυτές. Η αλήθεια είναι ότι αυτό μου κίνησε την περιέργεια. Πήγα πίσω στο διαγνωστικό κέντρο και ζήτησα να μου δώσουν το οπτικό υλικό από την εξέταση, το οποίο έκαναν με το αζημείωτο, και αφού πρώτα με ανημέρωσαν ότι δεν υπήρχε γιατρός να το εξετάσει.

Επέστρεψα στο καφέ και άρχισα να κοιτάζω τις εικόνες που “φωτογράφιζαν” τη σκέψη μου. Στην πρώτη ματιά ήταν μόνο ένα τσούρμο από γράμματα σκόρπια, χωρίς καμιά συνοχή και σχέση που δε σχημάτιζαν καν λέξεις ή προτάσεις. “Άδικος κόπος”, σκέφτηκα. Στην επόμενη ματιά όμως, διαπίστωσα ότι συγκεκριμένα γράμματα του λατινικού αλφάβητου σχημάτιζαν μικρές λέξεις με 3, 4 ή 5 γράμματα — λέξεις με πολύ λίγα φωνήεντα και που δε βγάζαν κανένα νόημα. Άρχισα να μετράω τις εμφανίσεις του κάθε γράμματος, μήπως και βγάλω καμιά άκρη: τα πιο κοινά γράμματα ήταν το “C” και το “J”, ενώ τα υπόλοιπα είχαν πάνω κάτω την ίδια συχνότητα. Άκρη πάντως δεν έβγαζα. “W.T.F. ?”, σκέφτηκα. Και τότε κατάλαβα. Ήταν αρκτικόλεξα. Εκεί ανέλαβε το υποσυνείδητο και αμέσως είδα το “C” να αναπτύσσεται σε “Conference” και το “J” σε “Journal”. Α-χά. Εννοείται ότι στο επόμενο πέρασμα στον κατάλογο των λέξεων μέτρησα πολλές φορές τα ονόματα αρκετών συνεδρίων και περιοδικών της περιοχής του διδακτορικού μου. Κατάλαβα.

Έκλεισα το φάκελο με τις εξετάσεις και βγήκα στο δρόμο. Έπρεπε να πάω στον καρδιολόγο όσο το δυνατόν γρηγορότερα, μιας και η ώρα ήταν ήδη περασμένη. Είχαμε πολλά να πούμε και ήμουν σίγουρος ότι θα μας έπαιρνε αργά. Μόλις ανέβηκα στο γραφείο του όμως με περίμενε μια έκπληξη. Η πόρτα ήταν κλειστή και πάνω της βρισκόταν κρεμασμένο ένα σημείωμα:

“Απών λόγω αδείας”.

Τζίφος. Έπρεπε να το είχα φανταστεί. 

Έκανα μεταβολή και έφυγα. Γύρισα σπίτι γρήγορα-γρήγορα, αλλά δε μπορούσα να ηρεμήσω με τίποτα. Άλλαξα ρούχα στα πεταχτά και ήμουν έτοιμος να βγω πάλι στο δρόμο. Βγαίνοντας από την πόρτα κόλλησα ένα σημείωμα:

“Άδειος λόγω απουσίας”.

Έξω έβρεχε για τα καλά. Η προπαραμονή των Χριστουγέννων μόνο γαλήνη δε θα μου έφερνε. Πήρα τους δρόμους. Έπρεπε να περπατήσω.


Στον Καρδιολόγο

20 Δεκεμβρίου, 2008

Το ραντεβού είχε κλειστεί από μέρες. Ξεκίνησα λοιπόν την κανονισμένη ημέρα και ώρα για να επισκεφτώ τον καρδιολόγο Δρ. Βαλβίδα για ένα check-up. Πήρα το τρόλλεϋ λοιπόν και κατέβηκα στους Αμπελόκηπους όπου ήταν το ιατρείο. Στους δρόμους γινόταν χαμός, βαβούρα, βρισίδια, κόρνες και live-your-my-in-Greece καταστάσεις γενικότερα — if you know what I mean. Μόλις μπήκα στο ιατρείο αμέσως με διαπέρασε αυτή η εκκωφαντική σιωπή που επικρατεί σε όλα τα ιατρεία, που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη βαβούρα της Βασιλίσσης Σοφίας. Εκεί κάπου συνηδειτοποίησα ότι μάλλον προτιμώ τη βαβούρα. Για να μην τα πολυλογώ, στο ιατρείο με υποδέχτηκε η καλλίγραμμη, ντυμμένη και περιποιημένη στη  τρίχα γραμματεύς του ιατρού και με άφησε να περιμένω να έρθει η ώρα μου (να εξεταστώ από το γιατρό). Μετά από κανένα 10λεπτο, και ενώ είχα αφερεθεί σιγοτραγουδώντας το Sky Blue Sky, με φώναξε ο γιατρός:

- “Καλημέρα Δρ. Βαλβίδα”.

- “Καλημέρα Δρ. Αφάνα. Καθίστε να σας εξετάσω.”

Έφερε τα εργαλεία του, με έβαλε να ξαπλώσω και άρχισε να με εξετάζει ποικιλοτρόπως. Μετά από 4-5 λεπτά έφτασε η ώρα του στηθοσκοπίου. Το ακουμπάει στην καρδιά μου και αρχίζει να αφουγκράζεται. Κουνάει δύσπιστα το κεφάλι του και αρχίζει να το ψάχνει περισσότερο. Περιττό να σας το πω, το περιττό έχει φτάσει ήδη κάλτσα.

- “Δρ. Αφάνα, πολύ φοβάμαι ότι πάσχετε από φύσημα. Ή μάλλον καλύτερα από ψυθίρισμα”, μου λέει.

- “Μα τι λέτε τώρα γιατρέ;”, του λέω. “Είστε σίγουρος;”

- “Μα ναι, ακούστε και μόνος σας”, μου λέει και μου τείνει το στηθοσκόπιο.

Το ακουμπάω πάνω στην καρδιά μου και αφουγκράζομαι. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα άκουσα το αίμα να πάλλεται μέσα από τις βαλβίδες της καρδιάς ρυθμικά. Όντως ακουγόταν ένας περίεργος θόρυβος σα φύσιμα/ψυθίρισμα. Συγκεντρώθηκα περισσότερο, για να ακούσω καλύτερα. Μετά από λίγο ήταν πλέον ξεκάθαρο: οι ήχοι που ακούγονταν ήταν πέντε γράμματα. Όχι τυχαία γράμματα. Ήταν ένα όνομα. Γυναικείο. Που ήξερα καλά. Ξαφνικά πέρασαν μπροστά μου μία μία οι μέρες από τους Ολυμπιακούς της Αθήνας μέχρι και αυτούς του Πεκίνου. Καμία από αυτές δε συμπεριελάμβανε τους αγώνες. Μόνο στιγμές οικείες, γλυκές, τρυφερές, γεμάτες αγγίγματα και λόγια που δε μπορώ να διαγράψω με τίποτα. Στιγμές απλές και σύνθετες, έντονες και χαλαρές, κουρασμένες και ξεκούραστες, αγωνίας και βαρεμάρας, σε διάφορα μέρη της γης, μα με ένα συνδετικό στοιχείο: αυτό που δε μπορώ να εκφράσω με λόγια. Μάλλον, αυτό που δεν εκφράζεται με λόγια.

- “Γιατρέ που πάει όλο αυτό το αίμα από την καρδιά;”

- “Ξεκινάει από την καρδιά και από εκεί φτάνει σε ολόκληρο το σώμα. Διασχίζει τις αρτηρίες και φτάνει παντού. Δίνει ζωή, με λίγα λόγια, σε όλα τα μέρη του σώματος.”

- “Έτσι εξηγείται”, σκέφτομαι. Ο μουσικοσυνθέτης που κρύβεται στο μυοκάρδιό μου κάτι ξέρει παραπάνω προφανώς. Για μερικά δευτερόλεπτα νιώθω κενός, να απομακρύνομαι από το δωμάτιο και να γίνομαι όλο και μικρότερος. Παύω να υπάρχω συνειδητά.

- “Θέλει προσοχή”, με ξυπνάει ο γιατρός και με επαναφέρει στην πραγματικότητα.

- “Πρέπει να φύγει το φύσημα, γιατρέ;”

- “Όχι απαραίτητα. Θα πρέπει να κάνετε μερικές εξετάσεις περαιτέρω και μετά θα δούμε τι είναι καλύτερο να γίνει. Κατ’ αρχήν πρέπει να κάνετε ένα εγκεφαλογράφημα, για να δούμε κατά πόσο το μυαλό επηρρεάζει ή επηρρεάζεται από αυτό. Δεν είναι κάτι επείγον πάντως. Περάστε στη γραμματέα μου να σας πεί τις λεπτομέρειες για τις εξετάσεις.”

- “Ευχαριστώ.”

- “Να ‘στε καλά” μου λέει και με συνοδεύει έξω.

Η γραμματέας μου γράφει τις εξετάσεις και μου τις δίνει. Καθώς φεύγω σηκώνει το βλέμμα τις από το Marie Claire που είχε αρχίσει να διαβάζει ευθύς αμέσως και μου απευθύνεται με ένα τρομακτικό και σινάμα συμβουλευτικό τόνο:

- “Δρ. Αφάνα!”. Το Marie Claire στέκει σαν ευαγγέλιο μπροστά της.

- “Ναι;”

- “Ο Arthur Schopenhauer ήταν ένας άντρας με πάθος. Εσείς.”

Το προσπερνάω προς το παρόν. Στο μυαλό μου εναλλάσεται ο ήχος του στηθοσκοπίου και το επερχόμενο εγκεφαλογράφημα. Πρέπει να βιαστώ.